Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών απέκλεισε συγκεκριμένους δημοσιογράφους και, σύμφωνα με τις διαθέσιμες αναφορές, δημοσιογραφικούς οργανισμούς από την κάλυψη της υπουργικής συνόδου της G20 στην Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας. Η απόφαση έγινε γνωστή στις 30 Αυγούστου 2026, λίγο πριν από την έναρξη της συνάντησης των υπουργών Οικονομικών και των διοικητών κεντρικών τραπεζών, και προκάλεσε νέες αντιδράσεις για την πρόσβαση των αμερικανικών μέσων σε κυβερνητικές δραστηριότητες.
Σύμφωνα με το Associated Press, δημοσιογράφοι των New York Times, της Wall Street Journal και του Bloomberg News δεν έλαβαν τις απαιτούμενες διαπιστεύσεις για τη σύνοδο. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο Άλαν Ράπεπορτ των New York Times, ο οποίος καλύπτει εδώ και χρόνια το υπουργείο Οικονομικών και διεθνείς οικονομικές συναντήσεις. Η εφημερίδα ανέφερε ότι ένας άλλος δημοσιογράφος της, ο επικεφαλής του γραφείου της στο Βερολίνο Τζιμ Τάνκερσλεϊ, έλαβε κανονικά άδεια εισόδου, γεγονός που δείχνει ότι η διαδικασία δεν αφορούσε υποχρεωτικά ολόκληρο τον οργανισμό με ενιαίο τρόπο.
Καμία επίσημη αιτιολόγηση
Το υπουργείο Οικονομικών δεν έχει δώσει δημόσια συγκεκριμένη εξήγηση για το γιατί απορρίφθηκαν οι αιτήσεις διαπίστευσης. Ο υπουργός Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε στο Associated Press ότι η απόφαση «δεν είχε να κάνει με την άποψη» των δημοσιογράφων, χωρίς όμως να παρουσιάσει τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν ή να διευκρινίσει αν υπήρχαν τεχνικοί, ασφαλείας ή διοικητικοί λόγοι.
Η έλλειψη αιτιολόγησης είναι το βασικό σημείο της υπόθεσης. Η αμερικανική κυβέρνηση είχε ανοίξει από τις 5 Αυγούστου τη διαδικασία διαπίστευσης για τη σύνοδο και είχε ενημερώσει ότι οι εγκεκριμένοι δημοσιογράφοι θα λάμβαναν οδηγίες για τον έλεγχο ασφαλείας, την πρόσβαση στους χώρους, τις θέσεις των καμερών και τις εγκαταστάσεις εργασίας. Το ίδιο το υπουργείο είχε επισημάνει ότι οι διαπιστεύσεις υπόκεινται σε έγκριση και σε διαδικασίες ασφαλείας, όμως δεν έχει αναφέρει ότι οι αποκλεισμοί συνδέονται με συγκεκριμένη παραβίαση κανόνων.
Τι υποστηρίζουν τα μέσα ενημέρωσης
Οι New York Times χαρακτήρισαν την απόφαση πλήγμα για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία και για τη δυνατότητα του κοινού να ελέγχει την κυβέρνηση. Η εφημερίδα υποστήριξε ότι ο αποκλεισμός δημοσιογράφων από μια διεθνή οικονομική συνάντηση που πραγματοποιείται στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελεί απλή διοικητική διαφωνία, αλλά περιορίζει την πρόσβαση του Τύπου σε μια διαδικασία με σημαντικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.
Το Bloomberg News ανέφερε επίσης ότι αρκετοί δημοσιογράφοι του, μεταξύ άλλων από την Ευρώπη και την Ασία, δεν έλαβαν διαπίστευση. Ο οργανισμός υποστήριξε ότι ο αποκλεισμός υπονομεύει την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και τη δημόσια λογοδοσία. Η Wall Street Journal δεν έχει δημοσιοποιήσει, σύμφωνα με τις αναφορές, λεπτομερή θέση για την υπόθεση.
Οι αντιδράσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο και ήδη τεταμένο πλαίσιο σχέσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και μεγάλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Το Associated Press βρίσκεται σε δικαστική αντιπαράθεση με την κυβέρνηση σχετικά με την πρόσβαση στην προεδρική δημοσιογραφική πισίνα. Παράλληλα, το υπουργείο Άμυνας έχει επιβάλει προηγουμένως περιορισμούς στους δημοσιογράφους που καλύπτουν το Πεντάγωνο, οδηγώντας αρκετά μέσα να αποχωρήσουν από τους χώρους εργασίας τους.
Γιατί η σύνοδος έχει ιδιαίτερη σημασία
Η σύνοδος της G20 στην Άσβιλ πραγματοποιείται στις 31 Αυγούστου και την 1η Σεπτεμβρίου 2026 και συγκεντρώνει υπουργούς Οικονομικών, διοικητές κεντρικών τραπεζών και ανώτερους αξιωματούχους από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Η ατζέντα περιλαμβάνει την παγκόσμια ανάπτυξη, το υψηλό δημόσιο χρέος, την ενεργειακή αναστάτωση, τις εμπορικές εντάσεις, τις κυρώσεις και τις συνέπειες του πολέμου με το Ιράν στις αγορές.
Το Reuters μετέδωσε ότι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι προωθούν στη συνάντηση μια ατζέντα υπέρ της οικονομικής ανάπτυξης, με στόχο να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες για τα επίπεδα του παγκόσμιου χρέους. Η ίδια αναφορά σημειώνει ότι το συνολικό παγκόσμιο χρέος έχει φθάσει σχεδόν τα 353 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι αγορές αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα ακριβότερη ενέργεια, εμπορικές τριβές και αβεβαιότητα για τις επιπτώσεις των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Για το ελληνικό κοινό, η υπόθεση έχει διπλή σημασία. Πρώτον, οι αποφάσεις της G20 επηρεάζουν το κόστος δανεισμού, τις τιμές ενέργειας, τις διεθνείς εμπορικές ροές και το περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί η ευρωπαϊκή οικονομία. Δεύτερον, ο τρόπος με τον οποίο περιορίζεται ή επιτρέπεται η δημοσιογραφική πρόσβαση σε μια τέτοια σύνοδο αποτελεί ένδειξη για το επίπεδο διαφάνειας που μπορούν να περιμένουν οι πολίτες από τις κυβερνήσεις.
Τι έχει επιβεβαιωθεί και τι όχι
Έχει επιβεβαιωθεί ότι δημοσιογράφοι συγκεκριμένων μέσων δεν έλαβαν διαπίστευση για τη σύνοδο και ότι το υπουργείο Οικονομικών δεν έδωσε αναλυτική δημόσια αιτιολόγηση. Έχει επίσης επιβεβαιωθεί ότι ο Σκοτ Μπέσεντ αρνήθηκε πως η απόφαση σχετιζόταν με τις απόψεις των δημοσιογράφων.
Δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι οι αποκλεισμοί έγιναν κατόπιν προσωπικής εντολής του Ντόναλντ Τραμπ ή ότι αποτελούν επίσημη κυβερνητική πολιτική αποκλεισμού συγκεκριμένων μέσων. Δεν έχει επίσης παρουσιαστεί δημόσιο έγγραφο που να αποδεικνύει ότι οι δημοσιογράφοι απορρίφθηκαν αποκλειστικά για πολιτικούς λόγους. Μέχρι να υπάρξει σαφής εξήγηση από το υπουργείο ή ανεξάρτητη έρευνα για τα κριτήρια διαπίστευσης, κάθε σύνδεση με συγκεκριμένη κυβερνητική πρόθεση παραμένει αξιολόγηση και όχι επιβεβαιωμένο γεγονός.
Πηγές
Associated Press: US Treasury blocks certain journalists from G20 meeting in North Carolina
The Washington Post: US Treasury blocks certain journalists from G20 meeting
Reuters: G20 host US pushes growth agenda to allay debt market concerns

ΔΙΕΘΝΗ
ΔΙΕΘΝΗ
ΔΙΕΘΝΗ
Αφήστε μια απάντηση