Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: χρειάζεται να επιταχύνει την πράσινη μετάβαση, αλλά ταυτόχρονα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα για βασικές τεχνολογίες που απαιτούνται ώστε να εγκαταλείψει τα ορυκτά καύσιμα. Ο Ευρωπαίος επίτροπος για την Κλιματική Δράση, το Net Zero και την Καθαρή Ανάπτυξη, Βόπκε Χούκστρα, προειδοποίησε ότι η εξάρτηση αυτή μπορεί να καταστήσει την ενεργειακή μετάβαση ακριβότερη, πιο ευάλωτη και γεωπολιτικά επικίνδυνη.
Σε συνέντευξή του στο Euronews, η οποία δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026, ο Χούκστρα υποστήριξε ότι η Ευρώπη θα πρέπει να δεχθεί μεγαλύτερο κόστος σήμερα, προκειμένου να περιορίσει τους κινδύνους που δημιουργεί η συγκέντρωση της παραγωγής καθαρών τεχνολογιών σε έναν εξωτερικό προμηθευτή. Όπως είπε, η ΕΕ θα έπρεπε να έχει αντιμετωπίσει το πρόβλημα πριν από πέντε έως δέκα χρόνια, όμως η καθυστέρηση δεν σημαίνει ότι μπορεί να περιμένει περισσότερο.
Το νέο ενεργειακό δίλημμα της Ευρώπης
Η Ευρώπη χρειάζεται πολύ περισσότερα φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, συστήματα αποθήκευσης και ηλεκτρικά οχήματα για να πετύχει τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της παραγωγικής αλυσίδας βρίσκεται εκτός Ευρώπης και, ειδικότερα, στην Κίνα.
Η κινεζική βιομηχανία έχει ισχυρή παρουσία στην παραγωγή φωτοβολταϊκών πάνελ, μπαταριών, ηλεκτρικών αυτοκινήτων και εξοπλισμού αποθήκευσης ενέργειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Euronews, κινεζικές εταιρείες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 80% της ευρωπαϊκής αγοράς οικιακών συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας και σχεδόν το 88% των εισαγωγών μπαταριών ιόντων λιθίου στην ΕΕ.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την τιμή. Εάν μια εμπορική σύγκρουση, ένας περιορισμός στις εξαγωγές ή μια γεωπολιτική κρίση διαταράξει την προμήθεια εξαρτημάτων, η Ευρώπη μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με καθυστερήσεις σε έργα ανανεώσιμων πηγών, αύξηση του κόστους και επιβράδυνση της ενεργειακής απεξάρτησης.
Από τη Ρωσία στην Κίνα;
Ο Χούκστρα συνέδεσε την κατάσταση με το προηγούμενο της ρωσικής ενέργειας. Η Ευρώπη είχε στηρίξει μεγάλο μέρος της οικονομίας της σε φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο και, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, βρέθηκε αντιμέτωπη με ενεργειακή κρίση, εκτίναξη τιμών και ανάγκη βίαιης αναδιάρθρωσης των προμηθειών της.
Κατά την άποψή του, η μετάβαση στις καθαρές τεχνολογίες δεν πρέπει να οδηγήσει σε αντικατάσταση της μίας εξάρτησης από μια άλλη. Η Ευρώπη μπορεί να μειώσει την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, αλλά να παραμείνει ευάλωτη εάν ο εξοπλισμός για την παραγωγή και αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας εισάγεται σχεδόν αποκλειστικά από μία χώρα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ήδη το πρόβλημα. Στο πλαίσιο του Clean Industrial Deal έχει θέσει ως στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής καθαρών τεχνολογιών, τη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού και τη μείωση της υπερβολικής εξάρτησης από τρίτες χώρες για κρίσιμες πρώτες ύλες και βιομηχανικά προϊόντα.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Η συζήτηση αφορά άμεσα και την Ελλάδα, καθώς η χώρα προωθεί ταχύτατα φωτοβολταϊκά και αιολικά έργα, ενώ αυξάνονται οι ανάγκες για αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και ενίσχυση των δικτύων. Η εγκατάσταση φθηνού εισαγόμενου εξοπλισμού μπορεί να μειώνει το αρχικό κόστος, όμως δημιουργεί ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια εφοδιασμού, τη συντήρηση και την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές.
Η ελληνική αγορά επηρεάζεται επίσης από το ευρωπαϊκό κόστος χρηματοδότησης. Εάν η ΕΕ επιλέξει να στηρίξει περισσότερο την παραγωγή εντός Ευρώπης, οι επενδύσεις μπορεί να γίνουν ακριβότερες στην αρχή, αλλά να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία και βιομηχανική βάση. Αντίθετα, μια πολιτική που θα βασιστεί αποκλειστικά στις χαμηλότερες τιμές εισαγωγής μπορεί να επιταχύνει τις εγκαταστάσεις, χωρίς όμως να ενισχύσει την ευρωπαϊκή παραγωγική ικανότητα.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα συνδέεται ακόμη με την ανθεκτικότητα των νησιωτικών δικτύων, την ηλεκτροκίνηση, τις υποδομές αποθήκευσης και τη δυνατότητα να αξιοποιηθεί η χώρα ως κόμβος παραγωγής και διασύνδεσης ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η Ευρώπη δεν μιλά για πλήρη διακοπή του εμπορίου
Ο επίτροπος δεν τάχθηκε υπέρ της πλήρους αποσύνδεσης από την Κίνα. Η θέση που διατυπώθηκε είναι ότι η ΕΕ πρέπει να διατηρήσει το εμπόριο και τον διάλογο, αλλά να μειώσει την ευπάθειά της απέναντι σε έναν μόνο προμηθευτή. Αυτό σημαίνει επενδύσεις σε ευρωπαϊκά εργοστάσια, ανακύκλωση μπαταριών, εξόρυξη και επεξεργασία κρίσιμων πρώτων υλών, καθώς και συμφωνίες με περισσότερες χώρες.
Η Κομισιόν έχει ήδη ανακοινώσει μέτρα για να αυξηθεί η ζήτηση ευρωπαϊκών προϊόντων σε στρατηγικούς τομείς, ενώ προβλέπει χρηματοδοτικά εργαλεία και κανόνες που θα ευνοούν την παραγωγή καθαρών τεχνολογιών εντός της Ένωσης. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί μια αλυσίδα που να καλύπτει όχι μόνο την τελική συναρμολόγηση, αλλά και τα υλικά, τα εξαρτήματα, την τεχνογνωσία και την ανακύκλωση.
Το κόστος και οι αβεβαιότητες
Η επιλογή της ευρωπαϊκής παραγωγής δεν είναι χωρίς κόστος. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερες τιμές ενέργειας, εργατικού δυναμικού και χρηματοδότησης σε σύγκριση με αρκετούς ανταγωνιστές τους. Η προστασία της αγοράς από επιδοτούμενες εισαγωγές μπορεί να αυξήσει προσωρινά τις τιμές για καταναλωτές και επιχειρήσεις, ενώ υπάρχει κίνδυνος εμπορικών αντιποίνων από το Πεκίνο.
Από την άλλη, η εξάρτηση από φθηνές εισαγωγές μπορεί να αποδειχθεί ακριβότερη σε περίπτωση κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι η Κίνα κυριαρχεί σε κρίσιμα τμήματα της αλυσίδας φωτοβολταϊκών και ότι η ΕΕ παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές για πρώτες ύλες και τεχνολογίες που απαιτούνται στις μπαταρίες και τις ανανεώσιμες πηγές.
Δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι η ΕΕ προχωρά σε άμεση απαγόρευση κινεζικών φωτοβολταϊκών, μπαταριών ή ηλεκτρικών οχημάτων. Επίσης, οι αναφορές του Χούκστρα για πιθανούς «διακόπτες απενεργοποίησης» σε ανεμογεννήτριες και για κατασκοπευτικούς κινδύνους αποτελούν προειδοποιήσεις του ίδιου του επιτρόπου και όχι αποδεδειγμένα περιστατικά που αφορούν συγκεκριμένο εξοπλισμό ή εταιρεία.
Το βασικό μήνυμα των Βρυξελλών είναι ότι η πράσινη μετάβαση δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως περιβαλλοντική πολιτική. Συνδέεται με την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική αυτονομία. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η κρίσιμη επιλογή θα είναι αν η μετάβαση θα στηριχθεί σε μια νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση ή σε μια ακόμη βαθύτερη εξάρτηση από εισαγόμενες τεχνολογίες.

Business
Business
Business
Αφήστε μια απάντηση