Η Ευρώπη κάνει ένα ακόμη μεγάλο βήμα για να περιορίσει την εξάρτησή της από αμερικανικές και ασιατικές υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Η κοινή ευρωπαϊκή επιχείρηση EuroHPC υπέγραψε σύμβαση συνολικής αξίας 387,8 εκατ. ευρώ με τη γαλλική εταιρεία Bull για την κατασκευή του LUMI-AI, ενός νέου υπερυπολογιστή που θα εγκατασταθεί στη Φινλανδία.
Η συμφωνία ανακοινώθηκε τη Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026 και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δημόσιες επενδύσεις της Ευρώπης στην υπολογιστική υποδομή για τεχνητή νοημοσύνη. Το LUMI-AI θα λειτουργεί στο νέο κέντρο δεδομένων της CSC στην πόλη Καϊάνι, στην περιοχή Κάινου, και προβλέπεται να τεθεί σε λειτουργία το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
Τι είναι το LUMI-AI
Το LUMI-AI θα αποτελέσει τον βασικό υπολογιστικό πυρήνα του LUMI AI Factory, μιας ευρωπαϊκής υποδομής που έχει σχεδιαστεί για να προσφέρει πρόσβαση σε ισχυρούς υπολογιστικούς πόρους σε ερευνητικά ιδρύματα, νεοφυείς επιχειρήσεις, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και βιομηχανικούς ομίλους.
Σύμφωνα με την CSC, το νέο σύστημα αναμένεται να προσφέρει περίπου δεκαπλάσια υπολογιστική ικανότητα για εργασίες τεχνητής νοημοσύνης σε σχέση με το υφιστάμενο LUMI. Παράλληλα, η συνολική απόδοση σε κλασικές εφαρμογές υψηλών υπολογιστικών απαιτήσεων θα είναι σχεδόν διπλάσια.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο μετρήσεις έχει σημασία. Η ισχύς για AI αφορά κυρίως την εκπαίδευση και τη λειτουργία μεγάλων μοντέλων, την επεξεργασία τεράστιων συνόλων δεδομένων και την εκτέλεση πολλών παράλληλων υπολογισμών. Η παραδοσιακή υπολογιστική ισχύς αφορά περισσότερο επιστημονικές προσομοιώσεις, όπως μοντέλα κλίματος, φυσική υψηλής ακρίβειας, χημεία και βιοϊατρική.
Η τεχνολογία πίσω από το νέο σύστημα
Το LUMI-AI θα βασίζεται στην αρχιτεκτονική BullSequana XH3500 της Bull και θα χρησιμοποιεί επεξεργαστές AMD Instinct MI430X, σε συνδυασμό με επεξεργαστές AMD EPYC έκτης γενιάς με έως 256 πυρήνες. Η IBM θα προμηθεύσει την τεχνολογία αποθήκευσης, ενώ η Nokia θα συμμετάσχει στη δικτύωση του κέντρου δεδομένων.
Η επιλογή της Bull έχει και βιομηχανική διάσταση. Η εταιρεία αποσχίστηκε από τον υπερχρεωμένο όμιλο Atos και πέρασε υπό τον έλεγχο του γαλλικού κράτους την άνοιξη του 2026. Η ίδια χαρακτηρίζει το συμβόλαιο ως το μεγαλύτερο στην ιστορία της, καθώς η αξία του περιλαμβάνει την προμήθεια, τη μεταφορά, την εγκατάσταση και τη συντήρηση του συστήματος.
Η ψύξη θα γίνεται με υγρό σύστημα, ενώ η θερμότητα που παράγεται από τη λειτουργία των υπολογιστών θα αξιοποιείται στο δίκτυο τηλεθέρμανσης της Καϊάνι. Η CSC αναφέρει επίσης ότι η εγκατάσταση θα λειτουργεί με ανανεώσιμη ενέργεια, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί το ενεργειακό και περιβαλλοντικό κόστος των υποδομών AI.
Ποιοι συμμετέχουν και ποιος πληρώνει
Το LUMI-AI θα ανήκει στην EuroHPC και θα φιλοξενείται από την κοινοπραξία LUMI AI Factory. Σε αυτή συμμετέχουν η Φινλανδία, η Τσεχία, η Δανία, η Εσθονία, η Νορβηγία και η Πολωνία.
Η χρηματοδότηση της σύμβασης μοιράζεται ισόποσα ανάμεσα στην EuroHPC και στην κοινοπραξία των χωρών. Η EuroHPC έχει συνολικό προϋπολογισμό 8,2 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-2027 και αναπτύσσει ένα δίκτυο ευρωπαϊκών υποδομών υπερυπολογιστών και AI Factories.
Το LUMI-AI είναι η έκτη νέα μηχανή που παραγγέλθηκε στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό οικοσύστημα όπου η υπολογιστική ισχύς δεν θα συγκεντρώνεται αποκλειστικά σε λίγες ιδιωτικές αμερικανικές εταιρείες ή σε υποδομές εκτός Ευρώπης.
Γιατί αφορά και την Ελλάδα
Η εξέλιξη έχει άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, ακόμη και αν η χώρα δεν περιλαμβάνεται στην κοινοπραξία του LUMI-AI. Η πρόσβαση σε ισχυρούς υπερυπολογιστές επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα πανεπιστημίων, ερευνητικών ομάδων, νεοφυών επιχειρήσεων και εταιρειών που αναπτύσσουν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Οι ελληνικοί φορείς μπορούν δυνητικά να επωφεληθούν από ευρωπαϊκά προγράμματα και διαδικασίες πρόσβασης, όμως οι ακριβείς όροι χρήσης, οι προτεραιότητες και οι διαθέσιμες ποσότητες υπολογιστικού χρόνου δεν έχουν ακόμη παρουσιαστεί αναλυτικά για το κοινό. Δεν έχει επίσης ανακοινωθεί κάποια ειδική ελληνική συμμετοχή στο συγκεκριμένο έργο.
Η υποδομή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε τομείς όπως η πρόγνωση ακραίων καιρικών φαινομένων, η μοντελοποίηση πυρκαγιών και πλημμυρών, η ανάπτυξη φαρμάκων, η ανάλυση δορυφορικών δεδομένων, η ενεργειακή διαχείριση και η εκπαίδευση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων σε ευρωπαϊκές γλώσσες.
Τι αλλάζει και τι δεν έχει επιβεβαιωθεί
Η σύμβαση ενισχύει σαφώς την ευρωπαϊκή ικανότητα σε υπολογισμούς AI και μειώνει την ανάγκη προσφυγής σε εμπορικές υπηρεσίες εκτός Ευρώπης. Παράλληλα, δημιουργεί μια δημόσια υποδομή που προορίζεται όχι μόνο για κρατικούς οργανισμούς, αλλά και για επιχειρήσεις και ερευνητικές ομάδες.
Ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη καλύπτει αυτομάτως το σύνολο της απόστασης από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Κίνα. Δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ακόμη όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά, η τελική εγκατεστημένη ισχύς, η θέση του συστήματος στις παγκόσμιες κατατάξεις ή το πόσο γρήγορα θα μπορούν να εξυπηρετούνται μεγάλα εμπορικά μοντέλα.
Επίσης, η προγραμματισμένη έναρξη στο δεύτερο εξάμηνο του 2027 δεν αποτελεί εγγύηση ότι το σύστημα θα είναι πλήρως διαθέσιμο από την πρώτη ημέρα. Μέχρι τότε, θα πρέπει να ολοκληρωθούν η κατασκευή του κέντρου δεδομένων, η εγκατάσταση, οι δοκιμές και η πιστοποίηση της υποδομής.
Το βασικό μήνυμα της συμφωνίας είναι ότι η μάχη για την τεχνητή νοημοσύνη δεν διεξάγεται μόνο στο επίπεδο των μοντέλων και των εφαρμογών. Διεξάγεται και στο επίπεδο των επεξεργαστών, των δικτύων, της ενέργειας και των υπερυπολογιστών που επιτρέπουν την ανάπτυξή τους.
Πηγές
CSC – επίσημη ανακοίνωση για το LUMI-AI
Reuters μέσω Euronext – η σύμβαση των 387,8 εκατ. ευρώ και το ευρωπαϊκό πρόγραμμα AI Factories

Tech
Tech
Tech
Αφήστε μια απάντηση