Σε κάθε εποχή ο άνθρωπος αναζητά πρότυπα. Από την παιδική ηλικία ακόμη μαθαίνουμε μέσα από τη μίμηση: γονείς, δάσκαλοι, φίλοι, αλλά και δημόσια πρόσωπα ή ιστορικές φιγούρες λειτουργούν ως οδηγοί για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας.
Η ίδια η διαδικασία της κοινωνικοποίησης βασίζεται σε αυτή τη μίμηση, καθώς χωρίς αυτήν, η μετάδοση αξιών, γνώσεων και συμπεριφορών θα ήταν σχεδόν αδύνατη. Είναι ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο χτίζεται η ανθρώπινη προσωπικότητα.
Τα πρότυπα που έχουμε δεν είναι απαραίτητα τέλεια ούτε πάντοτε συνειδητά επιλεγμένα. Πολλές φορές είναι εκείνα τα πρόσωπα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μας επηρεάζουν ή συσχετιζόμαστε μαζί τους σε καθημερινή βάση ή σε μία μόνο στιγμή. Συχνά μάλιστα η επιρροή αυτή δεν προκύπτει από το σύνολο της προσωπικότητάς τους αλλά από κάποιο ή κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που μας εντυπωσιάζουν ή μας εκφράζουν.
Η επιλογή προτύπων βασίζεται συνήθως σε συγκεκριμένα κριτήρια. Οι αξίες που εκφράζει ένα πρόσωπο, τα επιτεύγματά του, η δυνατότητα ταύτισης, ο τρόπος ζωής και η αυθεντικότητά του αποτελούν κάποιους από τους βασικούς άξονες επιλογής. Παράλληλα η γνώση και η εξειδίκευση που έχει αυτό το πρόσωπο σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο λειτουργούν ως ισχυροί παράγοντες επιρροής, καθώς τείνουμε να εμπιστευόμαστε και να μιμούμαστε όσους θεωρούμε «ειδικούς».
Ωστόσο στην πράξη δεν μιμούμαστε ποτέ κάποιον ολοκληρωτικά. Επιλέγουμε επιμέρους στοιχεία, τα προσαρμόζουμε και τα ενσωματώνουμε στη δική μας ταυτότητα. Αυτή ακριβώς η διαδικασία καθιστά τη μίμηση δημιουργική και όχι μηχανική. Η διαδικασία αυτή ξεκινά ασυνείδητα μέσα από το περιβάλλον και σταδιακά γίνεται συνειδητή. Η ώριμη μίμηση δεν είναι αντιγραφή αλλά δημιουργική επεξεργασία: μίμηση, προσαρμογή και τελικά προσωπική διαμόρφωση. Με άλλα λόγια το πρότυπο δεν αντικαθιστά την προσωπικότητα αλλά λειτουργεί ως αφετηρία για την ανάπτυξή της.
Στη σύγχρονη εποχή ωστόσο εμφανίζεται ένα νέο δεδομένο που μεταβάλλει αυτή τη διαχρονική σχέση: η τεχνητή νοημοσύνη. Αυτή δεν μιμείται τον άνθρωπο με την έννοια της πρόθεσης ή της κατανόησης. Δεν «θέλει» να γίνει ανθρώπινη ούτε διαθέτει συνείδηση ή εμπειρία. Αυτό που κάνει είναι να αναγνωρίζει και να αναπαράγει μοτίβα μέσα από τεράστιους όγκους δεδομένων που έχει πρόσβαση. Η «ανθρώπινη» μορφή των απαντήσεων της είναι αποτέλεσμα στατιστικής επεξεργασίας και όχι ουσιαστικής κατανόησης ή συνειδητής μίμησης.
Κι όμως παρά αυτή τη θεμελιώδη διαφορά αναδύεται ένα παράδοξο: ενώ η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί βάσει μοτίβων που προέρχονται από τον άνθρωπο ο άνθρωπος αρχίζει σταδιακά να επηρεάζεται από τον τρόπο λειτουργίας της. Η μίμηση αποκτά πλέον μια αντίστροφη κατεύθυνση.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι θεωρητικό καθώς γίνεται ήδη αισθητό στην καθημερινότητα. Στον λόγο παρατηρείται μια τάση προς μεγαλύτερη δομή σαφήνεια και ουδετερότητα εις βάρος της αυθόρμητης και συναισθηματικής έκφρασης, γίνεται πιο άδειος από προσωπικότητα, η αυθόρμητη σκέψη υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για άμεσες τακτοποιημένες απαντήσεις. Στη σκέψη ενισχύεται η αναζήτηση της «σωστής» απάντησης αντί της διερεύνησης και της δημιουργικής αμφισβήτησης. Στη λήψη αποφάσεων αυξάνεται η εμπιστοσύνη σε συστήματα που παρέχουν έτοιμες λύσεις συχνά χωρίς να εξετάζεται η διαδικασία που οδήγησε σε αυτές.
Ο κίνδυνος
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και το κύριο ερώτημα της εποχής μας: Υπάρχει ο κίνδυνος ο άνθρωπος να αρχίσει να μιμείται την τεχνητή νοημοσύνη; Από τη στιγμή που η τεχνητή νοημοσύνη παράγει απαντήσεις βασισμένες σε μοτίβα ανθρώπινης σκέψης, είναι πιθανό ο άνθρωπος να αρχίσει να σκέφτεται βάσει αυτών των μοτίβων, περιορίζοντας τη δική του κρίση και αυθεντικότητα.
Η τάση αυτή ενισχύεται και από έναν ακόμη παράγοντα: την ευκολία. Η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρει άμεσες, οργανωμένες και πειστικές απαντήσεις γεγονός που μειώνει την ανάγκη προσωπικής αναζήτησης και προσπάθειας. Όταν όμως, η γνώση αποκτάται χωρίς κόπο υπάρχει ο κίνδυνος να μην κατανοείται σε βάθος. Όταν κάποιος συνηθίζει να λαμβάνει έτοιμες απαντήσεις σταδιακά παύει να παράγει τις δικές του. Όταν εμπιστεύεται ένα σύστημα επειδή «ακούγεται σωστό», σταματά να εξετάζει αν είναι πράγματι σωστό.
Ο κίνδυνος δεν είναι ότι ο άνθρωπος θα μετατραπεί σε μηχανή. Είναι πιο λεπτός και βαθύτερος: η σταδιακή μετατόπιση της αυθεντίας. Όταν οι απαντήσεις ενός συστήματος γίνονται αποδεκτές χωρίς κριτική επεξεργασία τότε η τεχνητή νοημοσύνη παύει να είναι εργαλείο και αρχίζει να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Με άλλα λόγια δεν χρησιμοποιούμε πλέον την τεχνολογία αλλά αφήνουμε την τεχνολογία να καθορίζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Χωρίς να το αντιληφθεί μετατοπίζει την αυθεντία από τη δική του κρίση σε έναν αλγόριθμο.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε τρεις βασικές συνέπειες: αποδυνάμωση της κριτικής σκέψης, απώλεια της αυθεντικής έκφρασης και αυξανόμενη εξάρτηση από εξωτερικές πηγές γνώσης. Η μίμηση σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι πλέον δημιουργική αλλά παθητική, καθώς δεν οδηγεί σε εξέλιξη, αλλά σε αναπαραγωγή. Δεν θα γίνει ο άνθρωπος μηχανή. Αλλά θα αρχίσει να σκέφτεται σαν μηχανή: προβλέψιμα, επιφανειακά, χωρίς ρίσκο, χωρίς αμφιβολία. Δηλαδή χωρίς τα βασικά χαρακτηριστικά που ορίζουν την ανθρώπινη σκέψη.
Ωστόσο η επιρροή της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι μονοδιάστατα αρνητική. Η σαφήνεια, η οργάνωση της σκέψης και η αναλυτική προσέγγιση που χαρακτηρίζουν τα συστήματα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν ως πολύτιμα εργαλεία βελτίωσης. Υπό αυτή την έννοια η «μίμηση» ορισμένων στοιχείων της μπορεί να συμβάλει στη διαύγεια και την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης σκέψης.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η συνειδητή χρήση: η αξιοποίηση χωρίς υποκατάσταση. Η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να λειτουργεί ως μέσο ενίσχυσης της σκέψης όχι ως αντικατάστασή της.
Η σχέση ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης είναι αμφίδρομη αλλά όχι συμμετρική. Η μηχανή λειτουργεί βάσει μοτίβων που της παρέχονται. Ο άνθρωπος όμως, διαθέτει κρίση, εμπειρία, αξίες και κυρίως συνείδηση. Αν ο άνθρωπος παραιτηθεί από αυτά τότε δεν είναι η τεχνητή νοημοσύνη που «ανεβαίνει» στο επίπεδό του αλλά ο ίδιος που περιορίζει το δικό του.
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας να μην είναι τεχνολογική αλλά βαθιά ανθρώπινη. Σε έναν κόσμο γεμάτο έτοιμες απαντήσεις η ικανότητα να θέτουμε ερωτήματα, να αμφισβητούμε και να δημιουργούμε αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία. Η σκέψη δεν είναι απλώς εύρεση απαντήσεων αλλά διαδικασία αναζήτησης.
Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν είναι αν θα επηρεαστούμε από την τεχνητή νοημοσύνη, αυτό είναι ήδη δεδομένο. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν θα παραμείνουμε ενεργοί δημιουργοί της σκέψης μας ή αν θα περιοριστούμε σε παθητικούς αναπαραγωγούς μοτίβων. Η μίμηση υπήρξε πάντοτε εργαλείο εξέλιξης. Σήμερα καλούμαστε να την επαναπροσδιορίσουμε με επίγνωση, κριτική σκέψη και, πάνω απ’ όλα, με ευθύνη απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.
Η σκέψη δεν είναι προϊόν. Είναι διαδικασία. Και αν ο άνθρωπος εγκαταλείψει αυτή τη διαδικασία τότε δεν χρειάζεται να τον αντικαταστήσει καμία μηχανή. Θα το έχει ήδη κάνει μόνος του.
* Ο Γεράσιμος Τζιβράς είναι προγραμματιστής, καθηγητής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και υποψήφιος διδάκτορας του Τμήματος Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, με αντικείμενο τις Προσαρμοστικές Διεπαφές Χρήστη. Η ερευνητική του εργασία επικεντρώνεται στη μοντελοποίηση της προβλεπτικής συμπεριφοράς χρηστών και στον δυναμικό επανασχεδιασμό διεπαφών με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης με στόχο τη δημιουργία πιο προσωποποιημένων και λειτουργικών εμπειριών χρήσης.
naftemporiki.gr
