Ρεπορτάζ των New York Times φέρνει στο φως το βάθος της ανησυχίας της αμερικανικής κυβέρνησης για την εξάρτηση της Silicon Valley από την Ταϊβάν, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας βιομηχανίας ημιαγωγών και παράγει τη συντριπτική πλειονότητα των προηγμένων μικροτσίπ.
Όπως αποκαλύπτει η εφημερίδα, επί σειρά ετών Αμερικανοί αξιωματούχοι εθνικής ασφάλειας προειδοποιούν, σε απόρρητες ενημερώσεις στην Ουάσιγκτον και στην Καλιφόρνια, κορυφαία στελέχη εταιρειών όπως η Apple, η Advanced Micro Devices και η Qualcomm για τον κίνδυνο μιας κινεζικής κίνησης κατά της Ταϊβάν.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, στις συναντήσεις αυτές οι αξιωματούχοι τόνιζαν ότι το Πεκίνο εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να επανακτήσει τον έλεγχο της Ταϊβάν, την οποία θεωρεί αποσχισθείσα επαρχία. Ένα ενδεχόμενο μπλόκο ή στρατιωτική σύγκρουση θα μπορούσε να διακόψει την παραγωγή τσιπ στο νησί, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα έφερναν σε κρίση όχι μόνο την αμερικανική τεχνολογική βιομηχανία, αλλά και την παγκόσμια οικονομία.
Το δημοσίευμα των New York Times σημειώνει ότι δύο διαφορετικές αμερικανικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να αλλάξουν την πορεία. Ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν προσέφερε γενναίες κρατικές επιδοτήσεις, μέσω του νόμου CHIPS, για να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγή ημιαγωγών. Όταν τα αποτελέσματα κρίθηκαν ανεπαρκή, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υιοθέτησε πιο επιθετική τακτική, απειλώντας με δασμούς δισεκατομμυρίων δολαρίων τις εταιρείες που συνέχιζαν να βασίζονται σε ασιατικά εργοστάσια.
Παρά τις προειδοποιήσεις, τα κίνητρα και τις πιέσεις, το ρεπορτάζ καταγράφει ότι μεγάλο μέρος της βιομηχανίας παρέμεινε αδρανές. Τα στελέχη των εταιρειών, απορροφημένα από τον έντονο ανταγωνισμό και τη διατήρηση υψηλών περιθωρίων κέρδους, αντιμετώπισαν τον γεωπολιτικό κίνδυνο ως δευτερεύον ζήτημα. Η κατάσταση, ωστόσο, έχει αρχίσει να προκαλεί έντονη ανησυχία στον Λευκό Οίκο, ιδίως μετά τις πρόσφατες κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν.
Όπως αναφέρουν οι New York Times, εμπιστευτική έκθεση του 2022 για λογαριασμό της Ένωσης Βιομηχανίας Ημιαγωγών προειδοποιούσε ότι μια διακοπή της παραγωγής τσιπ στην Ταϊβάν θα οδηγούσε στη σοβαρότερη οικονομική κρίση από τη Μεγάλη Ύφεση. Η αμερικανική οικονομική παραγωγή θα υποχωρούσε απότομα, ενώ η Κίνα θα υφίστατο ακόμη μεγαλύτερο πλήγμα. Παράλληλα, πολλές μεγάλες εταιρείες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να λειτουργούν μόνο για λίγους μήνες, προτού εξαντληθούν τα αποθέματά τους.
Το ρεπορτάζ υπογραμμίζει ότι η δυσκολία μεταφοράς της παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνο πολιτική αλλά και οικονομική. Τα τσιπ που παράγονται στην Αμερική είναι σημαντικά ακριβότερα, ενώ η ταϊβανέζικη TSMC διατηρεί τεχνολογικό προβάδισμα. Δημιουργείται έτσι ένα αδιέξοδο, όπου οι εταιρείες διστάζουν να δεσμευτούν σε ακριβότερη παραγωγή χωρίς σαφή ανταγωνιστικά οφέλη.
Παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν ανακοινωθεί μεγάλες επενδύσεις σε εργοστάσια στην Αριζόνα και σε άλλες πολιτείες, οι New York Times επισημαίνουν ότι η εξάρτηση από την Ταϊβάν παραμένει. Ακόμη και όταν τα τσιπ κατασκευάζονται στις ΗΠΑ, συχνά πρέπει να επιστρέψουν στην Ασία για τα τελικά στάδια επεξεργασίας. Έτσι, παρά τη μετακίνηση μέρους της παραγωγής, ο κίνδυνος που περιγράφεται στο ρεπορτάζ παραμένει υπαρκτός και, όπως προειδοποιούν Αμερικανοί αξιωματούχοι, ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικός για το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας.
Πηγή: www.dnews.gr
