Το προσδόκιμο ζωής αντιμετωπίζεται σχεδόν πάντοτε ως ζήτημα προσωπικής ευθύνης (επιλογή διατροφής και τρόπου ζωής) ή γενετικών παραγόντων αλλά…
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Αμερικάνικου Εθνικού Συμβούλιου για τη Γήρανση (NCOA) οι ηλικιωμένοι που έχουν ετήσιο εισόδημα 20.000 δολάρια ή λιγότερα πεθαίνουν κατά μέσο όρο εννέα χρόνια νωρίτερα από εκείνους που έχουν 120.000 ή περισσότερο [και] οι ηλικιωμένοι που ανήκουν στο χαμηλότερο 60% της εισοδηματικής κλίμακας είχαν ποσοστό θνησιμότητας 17,6–21% δηλαδή σχεδόν διπλάσιο από αυτό των πλουσιότερων συνομηλίκων τους.
Αυτό έρχεται προς επίρρωση παλαιότερης έρευνας του Ινστιτούτο Μπρούκινγκς που κατέληγε ότι για τις γυναίκες που έκλεισαν τα 50 τους χρόνια το 1990 η διαφορά του προσδόκιμου ζωής μεταξύ του κατώτερου και του ανώτερου 10% της εισοδηματικής κλίμακας ήταν περισσότερα από 10 έτη, ενώ για τους άνδρες ανέρχονταν στα 12.
Σύμφωνα με την ίδια μελέτη παρατηρείται επίσης το φαινόμενο ότι όσο η ανισότητα του πλούτου αυξάνει (πράγμα το οποίο συμβαίνει) τόσο αυξάνεται και η ανισότητα στο προσδόκιμο ζωής.
Έτσι μια 20ετία πριν η διαφορά του προσδόκιμου ζωής μιας γυναίκας που έγινε 50 ετών το 1970 και το εισόδημά της την κατέτασσε στο κατώτατο 10% με μια άλλη που ανήκε στο ανώτατο 10% ήταν περίπου 3½ χρόνια, ενώ για τους άνδρες 5 έτη.
Το γεγονός γίνεται ακόμα πιο σε εμφανές σε παγκόσμιο επίπεδο καθώς αν και η συχνότητα εμφάνισης της παχυσαρκίας (που θεωρείται ισχυρός επιβαρυντικός παράγοντας για την μακροζωία) είναι υψηλότερη στις πλουσιότερες χώρες απ’ ότι στις φτωχότερες το προσδόκιμο ζωής είναι υψηλότερο σ’ αυτές.
Επομένως η μακροζωία δεν είναι απλώς ζήτημα προσωπικής ευθύνης (επιλογή διατροφής και τρόπου ζωής) ή γενετικών παραγόντων αλλά… διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες.
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ επειδή καμία ειδησεογραφική δίαιτα δεν μπορεί να είναι πλήρης μόνο με ό,τι σερβίρουν τα ΜεΜΜΕ (Μεγάλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης)