Υπάρχει μια τεχνική τόσο απλή που συχνά υποτιμάται, παρότι η βιολογία της είναι εντυπωσιακή. Δεν απαιτεί εξοπλισμό, δεν απαιτεί μουσική, ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση. Είναι ένα σύστημα αναπνοής με ήχο, γνωστό εδώ και χιλιάδες χρόνια, που στηρίζεται σε κάτι πολύ βασικό: την εκπνοή με βούισμα, σαν τον ήχο της μέλισσας.
Αυτό που ονομάζεται Brahmari δεν είναι διαλογισμός με τη γενική έννοια, ούτε “ηχητική θεραπεία” με την έννοια του να ακούς κάτι απ’ έξω. Είναι μια ενεργή τεχνική όπου ο ίδιος ο χρήστης παράγει τον ήχο, συγχρονισμένα με την αναπνοή του. Η διαδικασία είναι απλή και φυσική. Ο άνθρωπος εισπνέει αργά από τη μύτη και, στην εκπνοή, κρατώντας το στόμα κλειστό, παράγει ένα σταθερό βούισμα, σαν “μμμμ”, ψηλό και συνεχόμενο. Όχι δυνατό, όχι πιεσμένο. Σταθερό και παρατεταμένο.
Ο λόγος που η αναπνοή γίνεται από τη μύτη είναι κρίσιμος. Στα ιγμόρεια, γύρω από τη ρινική κοιλότητα, το σώμα παράγει μονοξείδιο του αζώτου, ένα αέριο ζωτικής σημασίας για τη ροή του αίματος και την υγεία των αγγείων. Όταν απλώς αναπνέουμε ήσυχα, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του αερίου μένει «παγιδευμένο» εκεί. Όταν όμως εκπνέουμε με βούισμα, η δόνηση λειτουργεί σαν φυσικός ανεμιστήρας. Τα ιγμόρεια αερίζονται και μεγάλες ποσότητες μονοξειδίου του αζώτου κατεβαίνουν στους πνεύμονες και από εκεί στο αίμα.
Με απλά λόγια, ο ήχος δεν είναι διακοσμητικός. Είναι το εργαλείο. Χωρίς το βούισμα, η τεχνική χάνει το νόημά της. Γι’ αυτό και η αίσθηση που πρέπει να έχει ο χρήστης δεν είναι στον λαιμό, αλλά στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Αν το βούισμα «γεμίζει» τη μύτη και τα ιγμόρεια, γίνεται σωστά. Αν μένει χαμηλά στον λαιμό, τότε είναι απλώς ήχος χωρίς λειτουργία.
Αυτό το σύστημα αναπνοής επηρεάζει όμως και κάτι ακόμη πιο βαθύ. Καθώς ο αέρας βγαίνει αργά και σταθερά, η εκπνοή γίνεται μεγαλύτερη από την εισπνοή. Αυτό από μόνο του στέλνει σήμα στο νευρικό σύστημα ότι ο κίνδυνος έχει περάσει. Παράλληλα, η δόνηση του ήχου περνά μέσα από τις φωνητικές χορδές και αγγίζει τον πνευμονογαστρικό νεύρο, τον βασικό αγωγό της χαλάρωσης. Το σώμα δεν χρειάζεται να «πιστέψει» τίποτα. Το νιώθει.
Με επαναλαμβανόμενες αναπνοές, το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο. Οι παλμοί πέφτουν, η αρτηριακή πίεση μειώνεται, η καρδιά μπαίνει σε πιο σταθερό ρυθμό. Το σώμα βγαίνει από τη διαρκή επιφυλακή. Και μόνο τότε μπορούν να ενεργοποιηθούν μηχανισμοί επιδιόρθωσης και ανανέωσης. Αυτός είναι και ο λόγος που η πρακτική αυτή συνδέεται όχι μόνο με ηρεμία, αλλά και με μακροπρόθεσμη υγεία.
Αν το δούμε μέσα από το πρίσμα της ραδιονικής, το νόημα γίνεται ακόμη πιο καθαρό. Το σώμα λειτουργεί σαν πομπός και δέκτης. Το άγχος, ο φόβος και η αρνητική σκέψη είναι καταστάσεις έντονου, αποδιοργανωμένου σήματος. Με την αναπνοή και το βούισμα, ο χρήστης δεν προσπαθεί να «διώξει» το άγχος. Αλλάζει τη συχνότητα στην οποία λειτουργεί το σύστημα. Εκπέμπει ένα διαφορετικό μήνυμα. Ένα μήνυμα συνοχής.
Η τεχνική αυτή δεν υπόσχεται θαύματα. Υπόσχεται κάτι πιο ρεαλιστικό και πιο ισχυρό: επανασυντονισμό. Όταν το σήμα αλλάζει, αλλάζει και η εμπειρία. Και όταν το σώμα λαμβάνει καθαρό, σταθερό σήμα ασφάλειας, αρχίζει να λειτουργεί όπως σχεδιάστηκε.
