GEWKWN: Ο Χριστός δεν χωρούσε στα Ευαγγέλια
Όταν ο Ιωάννης γράφει ότι, αν καταγραφούν όλα όσα έκανε και είπε ο Χριστός, «ούτε ο κόσμος ολόκληρος δεν θα χωρούσε τα βιβλία», δεν κάνει ποιητική υπερβολή. Κάνει μια σαφή παραδοχή, ΟΣΑ ΕΧΟΥΜΕ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ, ΟΧΙ ΣΥΝΟΛΟ. Δεν είναι πλήρης καταγραφή, αλλά απόσπασμα. Και αυτό από μόνο του θα έπρεπε να έχει προβληματίσει βαθιά κάθε σοβαρό αναγνώστη εδώ και αιώνες.
Κι όμως, σχεδόν κανείς δεν στέκεται στο προφανές ερώτημα, ποιος διάλεξε τι θα μείνει και τι θα μείνει έξω;
Τα Ευαγγέλια, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, δεν έπεσαν από τον ουρανό έτοιμα. Διαμορφώθηκαν μέσα σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, σε εποχές σύγκρουσης, εξουσίας, διωγμών αλλά και σταδιακής θεσμοποίησης. Στους πρώτους αιώνες υπήρχαν πολλά κείμενα, πολλές παραδόσεις, πολλές μνήμες για τον Χριστό. Τελικά, όμως, κάποιοι αποφάσισαν ποια κείμενα θεωρούνται αποδεκτά και ποια όχι. Όχι τυχαία, αλλά με κριτήρια.
Και εδώ γεννιέται το άβολο ερώτημα που αποφεύγεται συστηματικά, είναι λογικό να πιστεύουμε ότι αυτό που διασώθηκε είναι το σύνολο ή έστω το μεγαλύτερο μέρος όσων είπε ο Χριστός;
Ή μήπως είναι ένα μικρό ποσοστό, προσεκτικά επιλεγμένο;
Δεν χρειάζεται συνωμοσιολογία για να πει κανείς το αυτονόητο, όταν μια διδασκαλία περνά μέσα από φίλτρα εξουσίας, συνέχειας και συμβατότητας με παλαιότερα αφηγήματα, δεν περνά αυτούσια. Περνά ότι αντέχεται. Ότι δεν διαλύει απότομα το ήδη υπάρχον πλαίσιο. Ότι μπορεί να «σταθεί» δίπλα στην Παλαιά Διαθήκη χωρίς να τη μηδενίζει πλήρως.
Και όμως, αν πάρουμε στα σοβαρά τα ίδια τα λόγια του Χριστού όπως σώζονται, βλέπουμε ότι δεν ήρθε να διορθώσει λίγο το παλιό, αλλά να το ανατρέψει ριζικά. Να μετακινήσει το κέντρο από τον νόμο στη σχέση, από τον φόβο στον Πατέρα, από την ανταπόδοση στην αγάπη. Αυτό το μήνυμα δεν ήταν απλώς καινούργιο, ήταν επικίνδυνο για κάθε θρησκευτικό σύστημα που βασίζεται στον έλεγχο.
Είναι λοιπόν εύλογο να υποθέσει κανείς ότι πολλά από όσα είπε ο Χριστός δεν καταγράφηκαν, όχι επειδή δεν ειπώθηκαν, αλλά επειδή δεν χωρούσαν. Όχι επειδή ήταν ασήμαντα, αλλά επειδή ήταν ανατρεπτικά. Όχι επειδή χάθηκαν τυχαία, αλλά επειδή δεν ταίριαζαν στο αφήγημα που έπρεπε να επιβιώσει.
Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα, μια ανθρωπότητα που συζητά αδιάκοπα τι «εννοούσε» ο Χριστός, βασιζόμενη σε ένα μικρό μέρος όσων είπε, ενώ αγνοεί συστηματικά το ενδεχόμενο ότι το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της διδασκαλίας Του δεν πέρασε ποτέ στο χαρτί.
Αυτό δεν ακυρώνει τα Ευαγγέλια. Ακυρώνει την αυταπάτη ότι τα Ευαγγέλια εξαντλούν τον Χριστό. Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη σιωπή γύρω από τον Χριστό δεν είναι αυτά που λέγονται γι’ Αυτόν, αλλά αυτά που δεν καταγράφηκαν ποτέ. Και ίσως γι’ αυτό το μήνυμα Του παραμένει ζωντανό, όχι επειδή φυλακίστηκε πλήρως σε κείμενα, αλλά επειδή δεν χωρούσε να φυλακιστεί.
Γιατί κανένας Πατέρας, Άγιος ή Γέροντας δεν έγραψε κάτι τέτοιο;
Η απάντηση είναι σκληρή αλλά απλή. Γιατί δεν ήταν αυτός ο ρόλος τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, δεν γράφουν ως ιστορικοί ερευνητές, δεν εξετάζουν τι λείπει, δεν αμφισβητούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο παραλαμβάνουν τα κείμενα. Γράφουν εντός ενός ήδη κλεισμένου κανόνα.
Από τον 4ο αιώνα και μετά, το ερώτημα, «μήπως δεν έχουμε όλα τα λόγια του Χριστού;»
παύει να είναι επιτρεπτό ερώτημα. Όχι επειδή απαντήθηκε, αλλά επειδή θεωρήθηκε επικίνδυνο. Όποιος το έθετε, αμφισβητούσε την πληρότητα της Εκκλησίας, άνοιγε ρήγμα στην αυθεντία, και έθετε θέμα ελέγχου της διδασκαλίας.
Οι Άγιοι δεν σιώπησαν επειδή δεν σκέφτηκαν το θέμα. Σιώπησαν γιατί το πλαίσιο δεν επέτρεπε να τεθεί.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΟΛΟΓΙΑ. Δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς ότι «κάποιοι κακοί έκρυψαν τα λόγια του Χριστού». Αρκεί να δεχτεί κάτι πολύ πιο απλό και ιστορικά βέβαιο. Όταν μια ζωντανή, ριζοσπαστική διδασκαλία περνά μέσα από θεσμούς,
διασώζεται ότι αντέχεται.
Όχι ότι ειπώθηκε. Όχι ότι ανατρέπει τα πάντα. Αλλά ότι μπορεί να σταθεί ως θεμέλιο τάξης, συνέχειας και ελέγχου.
Ο Ιωάννης λέει την αλήθεια, και δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι ψεύδεται, τότε:
-όσα έχουμε = απόσπασμα
-όσα ειπώθηκαν = πολύ περισσότερα
-και όσα δεν γράφτηκαν = ίσως τα πιο επικίνδυνα. Όχι επικίνδυνα για τον άνθρωπο.
Αλλά για κάθε σύστημα που θέλει να διαχειριστεί τον Χριστό.
Η Εκκλησία διαφύλαξε τον Χριστό αρκετά για να σωθεί η πίστη, αλλά όχι αρκετά για να μη μας ταράξει συθέμελα.
Αν δεχτούμε ότι δεν καταγράφηκαν όλα όσα είπε και έκανε ο Χριστός, αν δεχτούμε ότι όσα έχουμε είναι ΕΠΙΛΟΓΗ και όχι σύνολο, τότε αλλάζει ριζικά το κέντρο βάρους της ευθύνης. Η ευθύνη δεν μπορεί πια να μετατεθεί:
-ούτε στα κείμενα,
-ούτε στους Πατέρες,
-ούτε στην Εκκλησία,
-ούτε σε μια «σωστή ερμηνεία».
Περνά ακέραιη στον άνθρωπο. Γιατί αν ο Χριστός δεν ήρθε να αφήσει ένα πλήρες εγχειρίδιο, αλλά έναν δρόμο, τότε κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από το «έτσι γράφει», το «έτσι το ερμηνεύουν», το «έτσι το λέει η παράδοση». Αυτές είναι ασπίδες ευθύνης, όχι πίστη.
Ο Χριστός, όπως παρουσιάζεται ακόμη και μέσα στα λίγα που διασώθηκαν, δεν ζητά συμμόρφωση σε κείμενα. Ζητά μεταμόρφωση προσώπου. Ζητά σχέση. Ζητά επιλογή. Και επιλογή σημαίνει ευθύνη.
Και γι’ αυτό οι άνθρωποι προτίμησαν τους θεσμούς, τις ερμηνείες, τα συστήματα. Γιατί εκεί μπορείς να κρυφτείς. Μπορείς να πεις «έκανα αυτό που μου είπαν». Αλλά ο Χριστός δεν αφήνει αυτή τη διέξοδο. Ακόμη και μέσα στα Ευαγγέλια, συγκρούεται όχι με τους ανήθικους, αλλά με τους βέβαιους. Με αυτούς που είχαν απαντήσεις για όλα.
Αν λοιπόν λείπουν λόγια του Χριστού, αυτό δεν είναι κενό προς συμπλήρωση. Είναι χώρος ευθύνης. Είναι σιωπή που σε καλεί να σταθείς εσύ απέναντι στο φως, χωρίς να σου λέει τι να σκεφτείς, αλλά ζητώντας να δει αν θα το αντέξεις.
Και εδώ βρίσκεται το πιο δύσκολο σημείο, αν ο Χριστός μας γνώρισε τον Πατέρα, τότε η σχέση με τον Θεό δεν περνά πια μέσα από μεσάζοντες βεβαιότητας. Περνά από τη συνείδηση. Από την ελευθερία. Από το θάρρος να ζήσεις την αλήθεια χωρίς να την έχεις πλήρως κατοχυρωμένη.
Αυτό σημαίνει ότι:
-δεν σώζεσαι επειδή «διάβασες σωστά»,
-δεν δικαιώνεσαι επειδή «πίστεψες σωστά»,
-δεν αθωώνεσαι επειδή «ακολούθησες τους σωστούς».
Κρίνεσαι, πρώτα από τον εαυτό σου, από το αν έγινες αληθινός, αν αγάπησες χωρίς όρους, αν στάθηκες στο φως όταν δεν σε συνέφερε.
Η μεγαλύτερη ευθύνη, λοιπόν, δεν είναι ότι δεν έχουμε όλα τα λόγια του Χριστού.
Η μεγαλύτερη ευθύνη είναι ότι έχουμε αρκετά για να αλλάξουμε, και συχνά δεν το κάνουμε.
Και ίσως αυτός να είναι ο πιο σκληρός λόγος του Χριστού, που δεν γράφτηκε ποτέ ως ρήση, αλλά υπάρχει παντού ως απαίτηση. Δεν μπορείς πια να κρυφτείς πίσω από κανέναν.
Ο δρόμος προς τον Πατέρα περνά από εσένα.
GEWKWN
Ο Χριστός δεν συνέχισε την Παλαιά Διαθήκη, την ανέτρεψε
Δεν είναι λογικό να πιστεύει κανείς ότι άνθρωποι με βάθος, εμπειρία, πνευματική καλλιέργεια και εσωτερική ζωή, Πατέρες, Άγιοι, Γέροντες, δεν προβληματίστηκαν ποτέ για το γεγονός ότι ο Ιωάννης ομολογεί πως ο κόσμος ολόκληρος δεν θα χωρούσε όσα είπε και έκανε ο Χριστός. Το να υποθέτει κανείς ότι απλώς «δεν το σκέφτηκαν» δεν ισχύει. Το σκέφτηκαν. Το ερώτημα είναι γιατί δεν το έθεσαν ανοιχτά;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στη θεολογία, αλλά στην εξουσία.
Η συγκρότηση του κανόνα των Γραφών δεν έγινε σε κενό αέρος. Έγινε σε εποχές όπου η πίστη έπαψε να είναι περιθωριακή και άρχισε να γίνεται θεσμός, και αργότερα κρατική υπόθεση. Εκεί, το ζητούμενο δεν ήταν πλέον μόνο η αλήθεια, αλλά η συνοχή, η συνέχεια, ο έλεγχος. Και σε τέτοια πλαίσια, δεν χωρά όλη η αλήθεια, χωρά μόνο όση μπορεί να διοικηθεί.
Αν πράγματι καταγράφονταν όλα όσα είπε ο Χριστός, αν περνούσαν χωρίς φίλτρο λόγια που ανέτρεπαν ριζικά τη θεολογία του φόβου, της τιμωρίας, της βίας και της «θείας ανταπόδοσης», τότε θα γινόταν κάτι επικίνδυνο, ο άνθρωπος θα καταλάβαινε ότι η διδασκαλία του Χριστού δεν είναι συνέχεια της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά ρήξη.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο που αποφεύγεται συστηματικά.
Στην Παλαιά Διαθήκη παρουσιάζεται ένας Θεός που, διατάζει σφαγές, γενοκτονίες, εξόντωση παιδιών, συλλογικές τιμωρίες, εκδίκηση «έως τρίτης και τετάρτης γενεάς».
Στα Ευαγγέλια εμφανίζεται ο Χριστός και μιλά για, αγάπη προς τον εχθρό, συγχώρεση χωρίς όρους, άρνηση της ανταπόδοσης, Θεό-Πατέρα που «ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς».
Αυτό δεν είναι απλώς διαφορετικός τόνος. Είναι διαφορετικό ήθος. Είναι διαφορετική εικόνα Θεού.
Το να λέγεται ότι «είναι ο ίδιος Θεός» χωρίς να αντιμετωπίζεται αυτή η ριζική αντίφαση, δεν είναι πίστη, είναι θεολογική ακροβασία. Αν όλα τα λόγια του Χριστού είχαν διασωθεί, αν η ρήξη αυτή φαινόταν ολοκάθαρα, τότε θα κατέρρεε η ανάγκη να παρουσιαστεί η Καινή Διαθήκη ως φυσική συνέχεια της Παλαιάς. Και αυτό δεν συνέφερε ούτε θρησκευτικές ούτε πολιτικές εξουσίες.
Γιατί ένας Θεός που αποκαλύπτεται πλήρως ως αγάπη, συγχώρεση και ελευθερία δεν ελέγχει εύκολα κοινωνίες. Δεν στηρίζει ιεραρχίες φόβου. Δεν νομιμοποιεί βία, πόλεμο, τιμωρία στο όνομά Του. Ένας τέτοιος Θεός είναι επικίνδυνος για κάθε σύστημα εξουσίας.
Έτσι, δεν χρειάζεται να φανταστεί κανείς σκοτεινές συνωμοσίες. Αρκεί να δει πώς λειτουργεί πάντα η ιστορία, όταν ένα μήνυμα είναι ριζοσπαστικό, διασώζεται επιλεκτικά. Όχι ψευδόμενο, αλλά φιλτραρισμένο. Όχι ανύπαρκτο, αλλά ακίνδυνο.
Οι Άγιοι και οι Γέροντες έζησαν μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Η αγιότητά τους δεν τους έδινε ελευθερία να αμφισβητήσουν δημόσια τον ίδιο τον κορμό της θεσμοθετημένης αφήγησης. Η σιωπή τους δεν είναι απόδειξη άγνοιας, είναι ένδειξη ορίων.
Και εδώ φτάνουμε στην πιο δύσκολη αλήθεια, ίσως ο Χριστός δεν ήθελε να αφήσει μια πλήρη, κλειστή θεολογία.
Ηξερε ότι όσα είπε δεν μπορούν να συνυπάρξουν άνετα με τον Θεό της βίας, της εκδίκησης και της συλλογικής τιμωρίας.
Ίσως γι’ αυτό όσα έχουμε είναι αρκετά για να φωτίσουν, αλλά όχι τόσα ώστε να μη σοκάρουν.
Αν αυτό ισχύει, τότε η ευθύνη περνά σε εμάς, να τολμήσουμε να δούμε τον Χριστό όχι ως συνέχιση του παλιού, αλλά ως αποκάλυψη ενός Θεού που ακυρώνει την εικόνα του βίαιου Θεού.
Και αυτό δεν είναι βλασφημία. Είναι ίσως η πιο τίμια ανάγνωση.
Γιατί Ο Θεός που αποκαλύπτεται στον Χριστό είναι Πατέρας αγάπης, και δεν μπορεί να είναι ο ίδιος Θεός που διατάζει γενοκτονίες. Και αν αυτό μας τρομάζει, δεν φταίει η αλήθεια. Φταίει ότι για αιώνες μάθαμε να τη φοβόμαστε.
ΔΗΛΩΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ
Πιστεύω στον Χριστό όχι επειδή μου τον παρέδωσαν πλήρη, αλλά επειδή μέσα από όσα σώθηκαν φάνηκε κάτι που δεν χωρά σε κανένα σύστημα. Πιστεύω ότι δεν ειπώθηκαν όλα, δεν καταγράφηκαν όλα και δεν επιτράπηκε να σωθούν όλα. Και δεν το πιστεύω από καχυποψία, αλλά από συνέπεια με την ίδια τη φύση της εξουσίας.
Πιστεύω ότι ο Χριστός αποκάλυψε έναν Θεό που δεν μοιάζει με τον Θεό της βίας, της εκδίκησης και της συλλογικής τιμωρίας. Έναν Θεό που δεν διατάζει σφαγές, δεν ευλογεί πολέμους, δεν ζητά αίμα για να ικανοποιηθεί. Έναν Θεό που ονομάζεται Πατέρας όχι κατ’ όνομα, αλλά κατ’ ουσία.
Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι ο ίδιος Θεός που, όπως παρουσιάζεται στην Παλαιά Διαθήκη, διατάζει γενοκτονίες και εξοντώσεις παιδιών, είναι ταυτόχρονα ο Θεός που, στο πρόσωπο του Χριστού, συγχωράει τους σταυρωτές Του και ζητά αγάπη προς τον εχθρό. Αυτό δεν είναι μυστήριο, είναι αντίφαση. Και η πίστη μου δεν απαιτεί να απαρνηθώ τη συνείδησή μου.
Πιστεύω ότι η διδασκαλία του Χριστού δεν ήταν συνέχεια, αλλά ρήξη. Και ότι αυτή η ρήξη δεν μπορούσε να καταγραφεί ολόκληρη, γιατί θα κατέρρεε κάθε θρησκευτικό και πολιτικό αφήγημα που στηρίζεται στον φόβο και στον έλεγχο. Γι’ αυτό διασώθηκε ότι μπορούσε να σταθεί, όχι ότι αναποδογύριζε τα πάντα.
Δεν πιστεύω σε έναν Θεό που χρειάζεται δικαιολογίες για τη βία.
Πιστεύω σε έναν Θεό που, στον Χριστό, ακύρωσε τη βία.
Και αν αυτό σημαίνει ότι η πίστη μου δεν χωρά άνετα σε δόγματα, συστήματα και βεβαιότητες, το αποδέχομαι. Γιατί ο Χριστός δεν ήρθε για να μας δώσει άνεση, αλλά αλήθεια. Και η αλήθεια, όταν ειπωθεί μέχρι τέλους, δεν καθησυχάζει, απελευθερώνει.
Αν πρέπει να σταθώ κάπου, στέκομαι εδώ, στον Χριστό που αποκαλύπτει τον Πατέρα της αγάπης…………..
GEWKWN 12/2025
Επιλεξτε να γινετε οι πρωτοι που θα εχετε προσβαση στην Πληροφορια του Stranger Voice



