Περισσότερες από έξι δεκαετίες μετά τη σφαγή του Σάρπβιλ, επιζώντες και συγγενείς των θυμάτων προσφεύγουν εκ νέου στη δικαιοσύνη, αυτή τη φορά με ομαδική αγωγή κατά του κράτους της Νότιας Αφρικής. Η ανακοίνωση έγινε την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026 σε συνέντευξη Τύπου στην ίδια την πόλη, όπου στις 21 Μαρτίου 1960 η αστυνομία του καθεστώτος του απαρτχάιντ άνοιξε πυρ εναντίον άοπλων διαδηλωτών.
Η αγωγή ζητεί οικονομική αποζημίωση για τους επιζώντες και τις οικογένειες των νεκρών, αλλά και την ακύρωση του Νόμου Αποζημίωσης του 1961, ο οποίος, σύμφωνα με τους δικηγόρους των εναγόντων, εξακολουθεί να εμποδίζει την προσφυγή στα δικαστήρια. Οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι η νομοθεσία παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, καθώς προσέφερε αναδρομική προστασία στο κράτος και σε όσους έδρασαν για λογαριασμό του.
Τι συνέβη στο Σάρπβιλ
Το Σάρπβιλ, township περίπου 60 χιλιόμετρα νότια του Γιοχάνεσμπουργκ, αποτέλεσε το επίκεντρο πανεθνικών κινητοποιήσεων κατά των λεγόμενων pass laws. Οι νόμοι αυτοί υποχρέωναν τους μαύρους, τους Ινδούς και τους έγχρωμους Νοτιοαφρικανούς να φέρουν έγγραφα που καθόριζαν πού επιτρεπόταν να ζουν και να εργάζονται.
Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν έξω από το αστυνομικό τμήμα της πόλης, σε κινητοποίηση που είχε οργανώσει το Παναφρικανιστικό Κογκρέσο, αποσχισθείσα οργάνωση από το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο. Η αστυνομία πυροβόλησε το πλήθος, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή και μετατρέποντας το Σάρπβιλ σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της αντίστασης στο απαρτχάιντ.
Τα επίσημα αστυνομικά αρχεία αναφέρουν 69 νεκρούς και 180 τραυματίες. Οι ενάγοντες και οι ερευνητές που επικαλούνται οι νομικοί τους εκπρόσωποι κάνουν λόγο για τουλάχιστον 91 νεκρούς και περισσότερους από 238 τραυματίες. Η διαφορά στους αριθμούς αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, τη διαχρονική αμφισβήτηση των επίσημων εκδοχών του καθεστώτος.
Η νέα προσφυγή και οι βασικοί ενάγοντες
Την υπόθεση υποστηρίζουν οι Lawyers for Human Rights, με τη συμβολή της βρετανικής δικηγορικής εταιρείας Leigh Day. Τρεις κάτοικοι του Σάρπβιλ εμφανίζονται ως αντιπροσωπευτικοί ενάγοντες για μια ευρύτερη ομάδα: ο Αμπραμ Μοφόκενγκ, ο οποίος τραυματίστηκε στην πλάτη και στο πόδι όταν προσπάθησε να διαφύγει από τα πυρά, καθώς και η Πολίνα Ματίνιε και ο Ισμαέλ Πόχο, οι οποίοι έχασαν τους πατέρες τους στη σφαγή όταν ήταν παιδιά.
Περισσότεροι από 70 επιζώντες και συγγενείς έχουν εκφράσει ενδιαφέρον ή υποστήριξη για συμμετοχή στη διαδικασία. Οι δικηγόροι δεν έχουν ανακοινώσει συνολικό ποσό αποζημίωσης για την ομαδική αγωγή. Ο Guardian αναφέρει ότι οι ενάγοντες επιδιώκουν περίπου 500.000 ραντ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 23.000 λίρες, για κάθε επιλέξιμο αιτούντα. Το τελικό ύψος των αξιώσεων θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της υπόθεσης και την τεκμηρίωση των ζημιών κάθε προσώπου.
Ο Μοφόκενγκ, σήμερα σε προχωρημένη ηλικία, δήλωσε ότι εξακολουθεί να ζει με τη σφαίρα στην πλάτη του. Η προσωπική του μαρτυρία δείχνει ότι η αγωγή δεν αφορά μόνο μια ιστορική οικονομική απαίτηση, αλλά και τις μακροχρόνιες σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες της βίας.
Ο νόμος του 1961 και οι περιορισμένες επανορθώσεις
Μετά τη σφαγή κατατέθηκαν περίπου 258 αξιώσεις αποζημίωσης. Το καθεστώς του λευκού μειονοτικού πληθυσμού ψήφισε το 1961 τον Νόμο Αποζημίωσης, ο οποίος απάλλασσε το κράτος και τους αξιωματούχους από ευθύνη για ενέργειες που υποτίθεται ότι έγιναν για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και την καταστολή εσωτερικής αναταραχής.
Μόνο περίπου το ένα τρίτο των αρχικών αξιώσεων κατέληξε σε διακριτικές πληρωμές, οι οποίες συνολικά αντιστοιχούσαν σε λιγότερο από το 4% των ποσών που είχαν ζητηθεί. Μετά την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης συνέστησε επανορθώσεις, όμως μόνο 51 επιζώντες του Σάρπβιλ έλαβαν επίσημα αποζημιώσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας.
Ένας από τους σημερινούς ενάγοντες είχε λάβει εφάπαξ πληρωμή 30.000 ραντ, ενώ η Επιτροπή είχε προτείνει πολύ ευρύτερο πρόγραμμα ετήσιων επανορθώσεων. Οι οικογένειες υποστηρίζουν ότι οι προτάσεις αυτές δεν αντιμετώπισαν ούτε την απώλεια εισοδήματος ούτε τις συνέπειες της φτώχειας και του αποκλεισμού που ακολούθησαν.
Τι μπορεί να αλλάξει και τι δεν έχει κριθεί
Εάν το δικαστήριο κρίνει αντισυνταγματικό τον Νόμο Αποζημίωσης, οι ενάγοντες θα μπορούν να προχωρήσουν στις αξιώσεις τους κατά του κράτους. Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο και για άλλες υποθέσεις εγκλημάτων της περιόδου του απαρτχάιντ, σε μια στιγμή που αυξάνονται οι πιέσεις για επανεξέταση ανεξιχνίαστων θανάτων και αποτυχημένων διώξεων.
Ωστόσο, η ανακοίνωση της αγωγής δεν σημαίνει ότι οι αποζημιώσεις έχουν εγκριθεί ούτε ότι το κράτος έχει αποδεχθεί ευθύνη. Μέχρι τη δημοσίευση των σχετικών ρεπορτάζ, το υπουργείο Δικαιοσύνης της Νότιας Αφρικής δεν είχε απαντήσει στα αιτήματα για σχόλιο. Δεν έχει επίσης καθοριστεί το τελικό μέγεθος της ομάδας των εναγόντων, το συνολικό ποσό της απαίτησης ή το χρονοδιάγραμμα για την απόφαση του δικαστηρίου.
Η υπόθεση, πάντως, επαναφέρει το ερώτημα αν η μεταπολιτευτική διαδικασία συμφιλίωσης αντιμετώπισε επαρκώς τα θύματα του απαρτχάιντ. Για τους κατοίκους του Σάρπβιλ, η δικαστική προσφυγή αποτελεί προσπάθεια να συνδεθεί η ιστορική αλήθεια με συγκεκριμένη λογοδοσία, ακόμη και 66 χρόνια μετά τα γεγονότα.
Πηγές
Associated Press: Sharpeville massacre survivors file class action lawsuit in South Africa
The Guardian: Victims of apartheid-era Sharpeville massacre demand compensation

ΔΙΕΘΝΗ
ΔΙΕΘΝΗ
ΔΙΕΘΝΗ
Αφήστε μια απάντηση