Νέο ενεργειακό εφιάλτη είναι θέμα χρόνου να βιώσει η Γερμανία, καθώς οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου είναι σχεδόν άδειες ενόψει του επόμενου χειμώνα.
Το σκηνικό που διαμορφώνεται προκαλεί έντονη ανησυχία, καθώς οι αριθμοί δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού.
Σήμερα, τα αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται μόλις στο ένα πέμπτο της χωρητικότητάς τους – πρακτικά σε οριακά επίπεδα.
Ωστόσο, η πραγματική απειλή δεν είναι το παρόν, αλλά το τι έρχεται: μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου, οι αποθήκες υποχρεούνται βάσει νόμου να είναι γεμάτες τουλάχιστον κατά 80%.
Ένας στόχος που, υπό τις παρούσες συνθήκες, φαντάζει σχεδόν ανέφικτος.
Η αιτία; Οι εκρηκτικές τιμές του φυσικού αερίου.
Η αναπλήρωση των αποθεμάτων μετατρέπεται σε μια οικονομικά ασύμφορη –αν όχι αδύνατη– αποστολή.
Η αγορά βιώνει έντονη πίεση, με την Ευρώπη να δέχεται ισχυρά πλήγματα από εξωγενείς παράγοντες.
Δίκοπο μαχαίρι
Η εξάρτηση από το LNG αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι.
Περίπου το 10% των ευρωπαϊκών εισαγωγών προέρχεται από το Κατάρ, όμως οι αναταράξεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα έχουν αλλάξει δραματικά τα δεδομένα.
Το κλείσιμο του Στενού του Hormuz και η απώλεια περίπου 17% της παραγωγικής ικανότητας του Κατάρ –ενός από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς LNG παγκοσμίως– έχουν πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Οι τιμές εκτοξεύονται: σύμφωνα με το ICE του Λονδίνου, το φυσικό αέριο στην Ευρώπη άγγιξε σχεδόν τα 600 δολάρια ανά χίλια κυβικά μέτρα, σημειώνοντας ημερήσια αύξηση 5%.
Την ίδια στιγμή, στοιχεία του RIA Novosti δείχνουν ότι οι τιμές αυξήθηκαν κατά 59% τον Μάρτιο σε σχέση με τον Φεβρουάριο, ξεπερνώντας για πρώτη φορά από το 2023 το κρίσιμο όριο των 600 δολαρίων.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Ευρώπη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με σκληρό ανταγωνισμό από την Ασία.
Χώρες που εξαρτώνταν από το Κατάρ αναζητούν εναλλακτικές προμήθειες, εισβάλλοντας επιθετικά στην ίδια αγορά και ανεβάζοντας περαιτέρω τις τιμές.
Θεσμικό πλαίσιο
Στο εσωτερικό της Γερμανίας, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο.
Η νομοθεσία, αντί να διευκολύνει την αποθήκευση, ενισχύει την κερδοσκοπική ζήτηση ήδη από τους θερινούς μήνες. Παρότι οι θερινές τιμές παραμένουν χαμηλότερες από τις χειμερινές, η διαφορά δεν επαρκεί για να καλύψει το κόστος αποθήκευσης.
Ο Sebastian Heinermann, επικεφαλής της Initiative Energien Speichern e.V., προειδοποιεί ξεκάθαρα:
«Εάν η διαφορά τιμών παραμείνει τόσο χαμηλή, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθούν τα υποχρεωτικά επίπεδα πλήρωσης χωρίς πολιτική παρέμβαση».
Παρά τις ανησυχίες, το γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών εμφανίζεται καθησυχαστικό, υποστηρίζοντας ότι ο εφοδιασμός είναι ασφαλής.
Υπογραμμίζει ότι το 65% της χωρητικότητας έχει ήδη δεσμευθεί και ότι η κύρια φάση πλήρωσης ξεκινά παραδοσιακά τον Μάιο-Ιούνιο.
Όμως, πίσω από αυτή την επίσημη αισιοδοξία, ελλοχεύει ένας σοβαρός κίνδυνος: δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι οι δεσμευμένες ποσότητες θα υλοποιηθούν.
Ο ίδιος ο Heinermann κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, χαρακτηρίζοντας «πολύ επικίνδυνη» την υπόθεση ότι η αγορά θα αυτορυθμιστεί.
Το χειρότερο σενάριο είναι ήδη στο τραπέζι. Αν οι ιδιωτικές εταιρείες δεν γεμίσουν τις αποθήκες λόγω έλλειψης κερδοφορίας, το κράτος θα αναγκαστεί να παρέμβει.
Η κυβέρνηση ενδέχεται να διατάξει την Trading Hub Europe GmbH να αγοράσει φυσικό αέριο με κάθε κόστος.
Και εδώ αρχίζει ο πραγματικός εφιάλτης.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι προμηθευτές θα εκμεταλλευτούν την επείγουσα ανάγκη, εκτοξεύοντας τις τιμές σε δυσθεώρητα επίπεδα. Το αποτέλεσμα;
Ένα κολοσσιαίο οικονομικό βάρος που δεν θα το επωμιστούν οι εταιρείες, αλλά οι ίδιοι οι Γερμανοί πολίτες, μέσω φόρων και επιβαρύνσεων.
Η Γερμανία βρίσκεται, έτσι, μπροστά σε μια επικίνδυνη εξίσωση: είτε θα πληρώσει ακριβά τώρα για να γεμίσει τις αποθήκες, είτε θα ρισκάρει έναν χειμώνα ενεργειακής ασφυξίας με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει κρίση. Το ερώτημα είναι πόσο βαθιά θα είναι.
bankingnews.gr
