Το νέο ενεργειακό κύμα έχει ήδη τεράστιο δημοσιονομικό κόστος για την Ευρώπη. Οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν δαπανήσει συνολικά 17,9 δισεκατομμύρια ευρώ μέσα στο 2026 για να περιορίσουν τις επιπτώσεις από την άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Τα στοιχεία προέρχονται από σημείωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και δείχνουν ότι, παρά τα μαθήματα της ενεργειακής κρίσης του 2022–2023, η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη σε νέες διεθνείς αναταράξεις.
Πού πήγαν τα 17,9 δισ.
Τα περισσότερα μέτρα που χρησιμοποιήθηκαν από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αφορούσαν οριζόντιες μειώσεις τιμών, επιδοτήσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις ή άλλες παρεμβάσεις που περιόρισαν το άμεσο κόστος για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Η Κομισιόν όμως προειδοποιεί ότι τέτοιες γενικευμένες παρεμβάσεις είναι ακριβές και συχνά αναποτελεσματικές, επειδή στηρίζουν το ίδιο έναν ευάλωτο καταναλωτή και έναν εύπορο καταναλωτή με υψηλή κατανάλωση.
Η νέα γραμμή των Βρυξελλών
Η Επιτροπή ζητά πλέον πιο στοχευμένα μέτρα. Η λογική είναι ότι τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια έχουν περιοριστεί και κάθε νέο πακέτο στήριξης πρέπει να κατευθύνεται κυρίως στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις που βρίσκονται πραγματικά σε κίνδυνο.
Παράλληλα ζητά από τις κυβερνήσεις να μεταφέρουν μεγαλύτερο μέρος της φορολογικής επιβάρυνσης από την ηλεκτρική ενέργεια προς το φυσικό αέριο, ώστε η μετάβαση σε καθαρότερη ενέργεια να γίνει πιο ελκυστική.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η τιμή του ρεύματος
Το ενεργειακό σοκ περνά σε ολόκληρη την οικονομία. Ακριβότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο σημαίνουν ακριβότερες μεταφορές, παραγωγή, θέρμανση, τρόφιμα, βιομηχανικά προϊόντα και υπηρεσίες.
Αυτός είναι και ο λόγος που η νέα άνοδος των ενεργειακών τιμών έχει αρχίσει να επηρεάζει ξανά τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια.
Νέα πίεση σε πληθωρισμό και επιτόκια
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει πλέον πληθωρισμό περίπου 3% στην ευρωζώνη για το 2026, ενώ και για το 2027 οι προβλέψεις έχουν επιδεινωθεί σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις.
Αυτό δημιουργεί δύσκολο δίλημμα για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αν ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός λόγω ενέργειας, οι μειώσεις επιτοκίων γίνονται δυσκολότερες. Αν όμως τα επιτόκια παραμείνουν υψηλά για πολύ, το κόστος δανεισμού για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά αυξάνεται.
Το κόστος δανεισμού ήδη ανεβαίνει
Το πρόβλημα φαίνεται ήδη στις αγορές ομολόγων. Οι αποδόσεις αυξάνονται, πράγμα που σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις πληρώνουν περισσότερα για να δανειστούν.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η ενεργειακή κρίση απαιτεί επιδοτήσεις, οι επιδοτήσεις επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά και τα πιο αδύναμα δημόσια οικονομικά κάνουν τον δανεισμό ακριβότερο.
Γιατί αφορά άμεσα την Ελλάδα
Η Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη σε διεθνείς ενεργειακές ανατιμήσεις, τόσο λόγω του κόστους μεταφορών όσο και λόγω της εξάρτησης μεγάλου μέρους της οικονομίας από εισαγόμενη ενέργεια.
Κάθε άνοδος σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο περνά γρήγορα σε καύσιμα, ακτοπλοΐα, μεταφορές, γεωργικό κόστος και τελικές τιμές προϊόντων.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει ή παρατείνει παρεμβάσεις στα καύσιμα, όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο μπορούν να συνεχιστούν τέτοιες πολιτικές αν η διεθνής κρίση διαρκέσει μήνες.
Η πραγματική εικόνα
Τα 17,9 δισ. ευρώ δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι ένδειξη ότι η ενεργειακή κρίση έχει επιστρέψει ως δημοσιονομικό πρόβλημα.
Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει μόνο ακριβή ενέργεια. Αντιμετωπίζει ταυτόχρονα υψηλότερο πληθωρισμό, αυξημένο κόστος δανεισμού, αδύναμη ανάπτυξη και την ανάγκη να χρηματοδοτήσει τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές, άμυνα και ενεργειακή μετάβαση.
Και αυτή τη φορά τα δημόσια ταμεία έχουν πολύ λιγότερο χώρο για νέα γενικευμένα πακέτα στήριξης.
Πηγή: Reuters / Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 01/10/2026.

ΕΡΕΥΝΑ
ΕΡΕΥΝΑ
ΕΡΕΥΝΑ
Αφήστε μια απάντηση