08:55 - 06/11/2014

Περί του πάθους της αλήθειας

peri-tou-pathous-tis-alitheias

Περί του πάθους της αλήθειας

Είναι άραγε ή δόξα απλά και μόνο η νοστιμότερη τροφή του εγωισμού μας; Κι όμως! Ό πόθος της δόξας ήταν αναπό­σπαστο κομμάτι των πιο σπάνιων ανθρώπων, κα­θώς και των πιο σπάνιων στιγμών τους. Ειν’ οι στιγμές των ξαφνικών εκλάμψεων, όταν ό άν­θρωπος απλώνει το χέρι του με μία αγέρωχη κί­νηση, σαν να πρόσταζε τη δημιουργία ενός κό­σμου, αντλώντας κ’ εκπέμποντας φως από μέ­σα του.

Πλημμυρίζει μ’ ευτυχία νοιώθοντας τότε σ’ όλο του το είναι τη βεβαιότητα ότι αυτό πού τόσο τόνε μάγεψε και τόσο ψηλά τον ανέβασε, ή ανάταση δηλαδή πού του προκάλεσε τούτη ή μοναδική αίσθηση, δεν είναι δυνατόν να μείνει χωρίς επιγόνους. Στην αναγκαιότητα, την οποία συνιστούν για όλους τούς μεταγενέστερους αυτές οι εκλάμψεις, αναγνωρίζει ό άνθρωπος την αναγ­καιότητα της δικής του δόξας. Ολάκερη ή ανθρωπότητα τη χρειάζεται, σ’ όλους τούς μέλλοντες αιώνες! Καθώς λοιπόν εκείνη ή στιγμή της έκλαμψης συνιστά την πεμπτουσία της ύπαρξής του, πιστεύει αυτός ενδόμυχα ότι ως άν­θρωπος εκείνης της στιγμής δεν πρόκειται ποτέ να πεθάνει κι απορρίπτει ότι άλλο —αφήνοντας το στο παρελθόν— ως απόβλητο, σήψη, ματαιοδοξία, κτηνωδία ή περιττολογία.

Κάθε αφανισμός και καταστροφή μάς δυσαρεστούν, συχνά μάς εκπλήσσουν κιόλας, σα να βιώναμε κάτι αδύνατο κατά βάθος. Μάς θλίβει ή θέα ενός δέντρου πού καταρρέει, ενός βουνού πού γκρεμίζεται. Κάθε χρόνο, τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, ανοίγεται μπρός μας ή μυστηριωδία της αντίθεσης τού Είναι και τού Γίγνεσθαι. Όμως το να σβήσει μια στιγμή παγκόσμιας πληρότητας σα μια φευγαλέα λάμψη, χωρίς επιγόνους και κληρονόμους, αποτελεί προσβολή για τον ηθικό άνθρωπο. Το ιδανικό του είναι τούτο: ότι υπήρ­ξε μια φορά κ’ είχε σα σκοπό του να διαιωνίσει και να λαμπρύνει την έννοια τού «ανθρώπου», πρέπει οπωσδήποτε αιώνια να υπάρχει. Άλλ’ ότι ακριβώς οι κορυφαίες στιγμές των πιο σπάνιων ανθρώπων σχηματίζουν μίαν αλυσίδα πού σαν οροσειρά ενώνει όλη την ανθρωπότητα διαμέσου των αιώνων το ότι το Μέγιστο μιας περασμέ­νης εποχής είναι και για μ-ένα μεγάλο- και το ότι εκπληρώνεται, έτσι, ή ενδόμυχη πίστη πού κι­νούσε προαισθητικά τον πόθο τέτοιων ανθρώπων για δόξα, τούτο αποτελεί το θεμελιώδες διανόη­μα τού Πολιτισμού .

Στο άκουσμα της αξίωσης ότι το Μεγάλο πρέπει να ζει αιώνια, ξεσπάει ή φοβερή μάχη κα­τά τού πολιτισμού- γιατί ότι είν’ ακόμη ζωντα­νό φωνάζει Όχι! Το κοινότοπο, το μικρό, το κοι­νό κατακλύζουν κάθε γωνιά της Γής, σα βαριά ατμόσφαιρα πού ’μαστέ καταδικασμένοι όλοι ν’ αναπνέουμε- περικυκλώνει με την κάπνα της το Μεγάλο κι ορμά να το παρεμποδίσει, να το απο­δυναμώσει, να το καταπνίξει, να ενσπείρει σκο­τάδια και πλάνες στο δρόμο πού ’χει να διανύσει τραβώντας για την Αιωνιότητα. Κι ό δρόμος αυ­τός περνάει μέσα απ’ τον ανθρώπινο νου! Μέσα από τον νου αξιολύπητων πλασμάτων, παραδομένων σ’ ένα πέλαγος αναγκών, πού αν σηκώνουν ποτέ το κεφάλι, πάλι στην επιφάνεια των ιδίων δυσκολιών αναδύονται, ξανά και ξανά, μη μπορώντας για πολύ ν’ αντιταθούνε στη φθορά. Αυτοί θέλουν να ζήσουν, να ζήσουν οτιδήποτε — πάση θυσία. Ποιός θα υποψιαζόταν ότι ανάμεσα τους διεξάγεται εκείνη ή δύσκολη λαμπαδηδρο­μία, χάρις στην οποία κρατιέται το Μεγάλο στη ζιυή;0 Κι όμως, αναφύονται μερικοί, πού στη θέα εκείνου τού μεγαλείου αισθάνονται τέτοια μακα­ριότητα, σα να ’ταν, αλήθεια, ή ζωή μια υπέρο­χη υπόθεση· σα να ’ταν ό πιο όμορφος καρπός τού πικρού αυτού δέντρου το να γνωρίζεις πώς κάποτε πέρασε κάποιος από τούτην εδώ την ύπαρξη περήφανα και στωικά, άλλος με βαθιά νόηση, κάποιος τρίτος με ευσπλαχνία, ένα όμως δίδαγμα αφήνοντας όλοι πίσω: πώς την ύπαρξη αυτή τη ζει ομορφότερα κείνος πού την αψηφά!

Ενώ ό κοινός άνθρωπος αντιμετωπίζει το σύντομο τούτο Είναι με κατηφή σοβαρότητα, εκεί­νοι, καθώς τραβούσαν προς την Αιωνιότητα, εί­χαν φθάσει σ’ ένα ολύμπιο γέλιο ή τουλάχιστον σ’ έναν υπερήφανο σαρκασμό’ πολλοί κατέβηκαν μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα στον τάφο τους — για­τί τί είχαν, στ’ αλήθεια, αυτοί να θάψουν!

Αν θέλει κανείς να βρει τούς πιο παράτολ­μους ιππότες ανάμεσα σε τούτους τούς αναζητητές της δόξας, πού πιστεύουν ότι θα βρουν το έμβλημά τους σε κάποιον μακρινό αστερισμό, ας τούς γυρέψει στους φιλοσόφους. Ή δράση τους δεν τραβάει την προσοχή κανενός «κοινού», δεν ερεθίζει τις μάζες και δεν προκαλεί τα εν­θουσιώδη χειροκροτήματα των συγκαιρινών τους. ’Έχουν το πιο σπάνιο και από μίαν άπο­ψη το πιο αφύσικο μες στη Φύση χάρισμα, πού αποκλείει κ’ εχθρεύεται όλα τα παρόμοια χαρί­σματα. Το τείχος της αυτάρκειας τους, για να μην καταστραφεί και γίνει συντρίμμια, πρέπει να είναι αδαμάντινο, μια κι όλα —άνθρωπος και φύση— κινούνται εναντίον τους. Το ταξίδι για την αθανασία είναι το δυσκολότερο απ’ όλα, με μια διαδρομή απίστευτα κουραστική και συνθή­κες αντίξοες· παρόλα’ αυτά, αν κανείς δεν είναι τόσο βέβαιος για την ευόδωση τού όποιου σκο­πού του όσο ό φιλόσοφος, συμβαίνει διότι ό τε­λευταίος γνωρίζει ότι μονάχα στις ολάνοιχτες φτερούγες όλων των εποχών μπορεί να σταθεί: ή περιφρόνηση για ότι παροντικό και παροδικό ενυπάρχει στην φιλοσοφική θεώρηση των πραγ­μάτων. Ό φιλόσοφος έχει με το μέρος του την αλήθεια. Ας κυλήσει ό τροχός των ήμερων όπου θέλει’ απ’ την αλήθεια δεν πρόκειται κανείς να ξεφύγει.

Μάς ενδιαφέρει το ότι έζησαν κάποτε τέτοιοι άνθρωποι. Ποτέ κανείς δε θα μπορούσε να φαν­ταστεί — καν ως απλή δυνατότητα— ότι υπήρ­ξε πράγματι άνθρωπος με την περηφάνια πού χαρακτήριζε, λόγου χάρη, τον σοφό ’Ηράκλει­το. Κάθε προσπάθεια για την απόκτηση μιας άρτιας επιστημονικής γνώσης μοιάζει από τη φύση της δίχως άλλο ανικανοποίητη κι ανεπαρ­κής· ως εκ τούτου, χωρίς τη διδαχή της Ιστο­ρίας, κανείς δεν θα πιστέψει ότι υπήρξε στ’ αλή­θεια άνθρωπος με τέτοια βασιλική υπεροψία, πού είχε την απόλυτη πεποίθηση ότι αυτός ήταν ό τυχερός μνηστήρας της ’Αλήθειας. Τέτοιοι άν­θρωποι ζουν στο δικό τους ηλιακό σύστημα- εκεί πρέπει κανείς να τούς γυρέψει. Και βέβαια, ένας Πυθαγόρας ή ένας Εμπεδοκλής έδειχναν μεν ύπερανθρώπινο σεβασμό προς τον εαυτό τους, ένα δέος σχεδόν θρησκευτικό, είν’ αλήθεια’ όμως ό χαλκάς της συμπόνιας, ή οποία ήταν άρρηκτα δεμένη με την ισχυρή τους πίστη στην μετεμψύ­χωση και την ενότητα όλων των εμψύχων, τούς τραβούσε ξανά πίσω, στο μονοπάτι των υπόλοι­πων ανθρώπων ως θεράποντες τους. ’Όσο για το αίσθημα της μοναξιάς πού διακατέχει τον Εφέσιο αναχώρησή τού ναού της Αρτέμιδος, μονά­χα στα όρη της πιο άγριας ερημιάς μπορεί κα­νείς, παραλυμένος απ’ την παγωνιά, κάπως να το νιώσει. Δεν εκπέμπει αυτός την εκτυφλωτι­κή λάμψη καμιάς συμπόνιας, καμιάς λαχτά­ρας να «βοηθήσει» και να «σώσει»: μοιάζει με άστρο χωρίς ατμόσφαιρα. Ρίχνει το φλογερό βλέμμα του προς τα μέσα, ενώ προς τα έξω το μάτι του θωρεί σβηστό και παγωμένο, σαν ψεύ­τικο. ’Ολόγυρά του, στο φρούριο της περηφάνιας του, σκάνε τα κύματα της πλάνης και τού παραλόγου’ αηδιασμένος στρέφει αλλού το βλέμ­μα. ’Αλλά κ’ οι άνθρωποι πού ’χουν ευαίσθητες ψυχές, αποφεύγουν ένα τέτοιο προσωπείο. Αυτό το πλάσμα θα ταίριαζε μάλλον στο ιερό κάποιου απόμακρου ναού, ανάμεσα σε αγάλματα θεών, σε μια ψυχρή μεγαλόπρεπη αρχιτεκτονική. ΩΣ άν­θρωπος ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, ό Ηράκλειτος ήταν απίθανος. Κι όταν τον είδαν, λέει, να παρακολουθεί το θορυβώδες παιχνίδι των παιδιών απόλυτα συγκεντρωμένος, εκείνος στο­χαζόταν ότι δε στοχάστηκε ποτέ κανένας θνη­τός εξ αφορμής ενός τέτοιου θεάματος: το παι­χνίδι τού Μεγάλου Παιδιού Δία πού εάν’ ό κό­σμος· την αιώνια χαρά τού να γκρεμίζεις και να δημιουργείς έναν κόσμο. Δε χρειαζόταν τούς αν­θρώπους — ούτε κ’ ή γνώση του εξαρτιόταν από δαύτους’ όλα όσα θα ’χε να μάθει τάχα απ’ τούς ανθρώπους ή όσα πάσχιζαν να μάθουν οι άλλοι σοφοί πριν από αυτόν, τον άφηναν αδιάφορο. «Τον εαυτό μου γύρεψα κ’ ερεύνησα»’ είπε χρησιμοποιώντας μια λέξη πού ’δίνε το κλειδί για την έρευνα ενός χρησμού: σα να ’ταν αυτός πού εκπλήρωσε και πραγμάτωσε κείνη τη δελφική ρήση «γνώθι σαυτόν», και κανείς άλλος!

«Ότι άκουσε ωστόσο από τον χρησμό, το θεωρούσε σοφία αθάνατη —σαν τούς προφητι­κούς λόγους της Σίβυλλας — , της οποίας το νόη­μα θα ’πρεπε να ανιχνεύεται αιώνια. Αυτό είναι αρκετό για την ανθρωπότητα τού απώτατου μέλ­λοντος: φτάνει να τον ερμηνεύσει όπως αρμόζει σ’ έναν χρησμό, ό όποιος —όμοια με τον ίδιο το δελφικό θεό— «ούτε λέγει ούτε κρύπτει». Πα­ρά πού εκστομίζει λόγια «αγέλαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα», και μάλιστα με στόμα «μαινόμενο», ή φωνή αυτή πρέπει και θα ακουστεί ως τον μέλλοντα αιώνα.8 ’Αφού ό κό­σμος αιώνια θα χρειάζεται την ’Αλήθεια, επομέ­νους αιώνια θα χρειάζεται τον Ηράκλειτο, ακό­μη κι αν αυτός δεν είχε την ανάγκη του. Γιατί να νοιαστεί για τη δική του δόξα; — «τη δόξα θνητών πού έρχονται και παρέρχονται!», καθώς αναφωνεί σαρκαστικά. Τούτα αρμόζουν σε αοιδούς και ποιητές, καθώς και σε όσους αναγνω­ρίστηκαν ως «σοφοί» πριν από κείνον — ας χορ­τάσουν αυτοί με τη νοστιμότερη τροφή του εγωισμού τους! Για τον ίδιο τέτοιες γεύσεις πα­ραείναι συνηθισμένες. Για τη δόξα του νοιάζον­ται προφανώς οι άλλοι, όχι αυτός· ή δική του έγνοια δεν εάν’ ό εγωισμός του, αλλά ή ’Αλήθεια’ κ’ ή ’Αλήθεια του λέει ακριβώς ότι τον χρειάζε­ται ή αθανασία της ανθρωπότητας — δεν χρειά­ζεται αυτός την αθανασία του ανθρώπου Ηρα­κλείτου.

Ή ’Αλήθεια! Παραλήρημα ενός θεού! Τί ενδιαφέρει τούς ανθρώπους ή ’Αλήθεια!

Τί ήταν τάχα ή ηρακλείτεια ’Αλήθεια!

Και που βρίσκεται τώρα; «Ένα όνειρο πού πέταξε μακριά, σβησμένο κι αυτό απ’ το πρόσωπο της ανθρωπότητας μαζί με τόσα άλλα όνειρα! — δεν ήταν ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο!

The Search For Eternal Truth

’Ίσως ένας ανάλγητος δαίμονας δεν θα ’χε τίποτα περισσότερο να πει για όλα αυτά πού μ’ επιβλητικές αλληγορικές εκφράσεις ονομάζουμε «Παγκόσμια Ιστορία», «’Αλήθεια» ή «Δόξα», παρά τούτα τα λόγια:

«Σε κάποια απόμερη γωνιά του σύμπαντος πού εκχύθηκε αστραποβολώντας σε αναρίθμητα ηλιακά συστήματα, υπήρξε μια φορά κ’ έναν και­ρό ένα άστρο. Πάνω σ’ αυτό το άστρο ζούσαν κάτι έξυπνα ζώα τα όποια επινόησαν το «γιγνώσκειν». Ήταν ή πιο αλαζονική και κίβδη­λη στιγμή της Παγκόσμιας Ιστορίας — όμως τίποτα παραπάνω από μία στιγμή. Γιατί μετά από λίγες εισπνοές-εκπνοές της Φύσης το άστρο πάγωσε, και τα έξυπνα ζώα έπρεπε να πεθάνουν. Ή ώρα είχε σίγουρα φτάσει’ γιατί παρά τούς κομπασμούς τους για τα πολλά πού τάχα γνώ­ριζαν, προς μεγάλη τους δυσαρέσκεια ανακάλυ­ψαν πώς ότι είχαν γνωρίσει ήταν εντέλει λάθος. Πέθαναν και χάθηκαν μαζί με το χαμό της ’Αλή­θειας. Αυτή ήταν ή τύχη, λοιπόν, των απελπι­σμένοι εκείνων ζώων, πού ’χαν επινοήσει το γιγνώσκειν.»

Τούτος θα ’ταν ό κλήρος του ανθρώπου αν ήταν πράγματι κάτι περισσότερο από ένα ζώο πού ’χει την τάση «να γνωρίζει». Ή ’Αλήθεια θα τον έσπρωχνε στην απόγνωση και την εκμηδένιση — ή ’Αλήθεια, πού ’χει αιώνια καταδι­καστεί να ’ναι Μη ’Αλήθεια… «Όμως στον άν­θρωπο αρμόζει να πιστεύει σε μια ευπρόσιτη ’Αλήθεια, σε μια πολύ κοντινή του Ψευδαίσθη­ση, πού του εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη. Μή­πως δε ζει τάχα χάρις σε μια διαρκή αυταπά­τη; Μήπως δεν του αποκρύπτει τάχα ή Φύση τα περισσότερα — ΙΣΑ-ΙΣΑ τα πιο κοντινά του, λ.χ. το ’ίδιο του το σώμα, απ’ το όποιο διαθέτει μόνο μία γητεύτρα «συνείδηση»; Σ’ αυτή τη συ­νείδηση εγκλείστηκε, κ’ ή Φύση πέταξε μακριά το κλειδί. Ω, την ολέθρια περιέργεια τού φιλο­σόφου, να θέλει σώνει και καλά να προβάλει το κεφάλι του απ’ το κελί αυτό, πού είν’ ή συνεί­δηση, και να δει τί υπάρχει εκεί έξω! ’Ίσως να διαισθάνθηκε κατόπιν τούτου, ότι ο άνθρωπος, ζώντας μες στην αδιαφορία της άγνοιάς του, δε στηρίζεται παρά πάνω σε αδηφάγες, άπληστες, βδελυρές, άσπλαχνες, δολοφονικές ροπές, κι ονειροπολεί, ούτος ειπείν, πάνω στη ράχη ενός τίγρη.

«’Αφήστε τον να ονειρεύεται!» φωνάζει ή Τέχνη . «Ξυπνήστε τον!» φωνάζει ό φιλόσοφος, κυριευμένος από το πάθος της ’Αλήθειας. Κι ωστόσο βυθίζεται κι ό ίδιος, ενώ πιστεύει ότι ταρακουνάει τούς κοιμισμένους, σε μια μαγική νάρ­κη ακόμη βαθύτερη — ίσως ονειρεύεται τις «’Ιδέες», ίσως την αθανασία. Ή Τέχνη είναι πιο δυνατή από τη Γνώση, γιατί εκείνη θέλει τη ζωή, ενώ ετούτη πετυχαίνει ως ύστατο σκοπό της — την εκμηδένιση.

Νέα Κοινωνιολογία, τεύχος 37, Φθινόπωρο 2003, σσ. 142-145

Περί του πάθους τής αλήθειας

Friedrich Nietzsche Μετάφραση, σχόλια: Βαγγέλης Δουβαλέρης

ΠΗΓΗπηγή

ΠΗΓΗ

Loading...
16:02 - 10/10/2014

Περί του πάθους της αλήθειας

peri-tou-pothous-tis-alitheias

Είναι άραγε ή δόξα απλά και μόνο η νοστιμότερη τροφή του εγωισμού μας; Κι όμως! Ό πόθος της δόξας ήταν αναπό­σπαστο κομμάτι των πιο σπάνιων ανθρώπων, κα­θώς και των πιο σπάνιων στιγμών τους. Ειν’ οι στιγμές των ξαφνικών εκλάμψεων, όταν ό άν­θρωπος απλώνει το χέρι του με μία αγέρωχη κί­νηση, σαν να πρόσταζε τη δημιουργία ενός κό­σμου, αντλώντας κ’ εκπέμποντας φως από μέ­σα του.

Πλημμυρίζει μ’ ευτυχία νοιώθοντας τότε σ’ όλο του το είναι τη βεβαιότητα ότι αυτό πού τόσο τόνε μάγεψε και τόσο ψηλά τον ανέβασε, ή ανάταση δηλαδή πού του προκάλεσε τούτη ή μοναδική αίσθηση, δεν είναι δυνατόν να μείνει χωρίς επιγόνους. Στην αναγκαιότητα, την οποία συνιστούν για όλους τούς μεταγενέστερους αυτές οι εκλάμψεις, αναγνωρίζει ό άνθρωπος την αναγ­καιότητα της δικής του δόξας. Ολάκερη ή ανθρωπότητα τη χρειάζεται, σ’ όλους τούς μέλλοντες αιώνες! Καθώς λοιπόν εκείνη ή στιγμή της έκλαμψης συνιστά την πεμπτουσία της ύπαρξής του, πιστεύει αυτός ενδόμυχα ότι ως άν­θρωπος εκείνης της στιγμής δεν πρόκειται ποτέ να πεθάνει κι απορρίπτει ότι άλλο —αφήνοντας το στο παρελθόν— ως απόβλητο, σήψη, ματαιοδοξία, κτηνωδία ή περιττολογία.

Κάθε αφανισμός και καταστροφή μάς δυσαρεστούν, συχνά μάς εκπλήσσουν κιόλας, σα να βιώναμε κάτι αδύνατο κατά βάθος. Μάς θλίβει ή θέα ενός δέντρου πού καταρρέει, ενός βουνού πού γκρεμίζεται. Κάθε χρόνο, τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, ανοίγεται μπρός μας ή μυστηριωδία της αντίθεσης τού Είναι και τού Γίγνεσθαι. Όμως το να σβήσει μια στιγμή παγκόσμιας πληρότητας σα μια φευγαλέα λάμψη, χωρίς επιγόνους και κληρονόμους, αποτελεί προσβολή για τον ηθικό άνθρωπο. Το ιδανικό του είναι τούτο: ότι υπήρ­ξε μια φορά κ’ είχε σα σκοπό του να διαιωνίσει και να λαμπρύνει την έννοια τού «ανθρώπου», πρέπει οπωσδήποτε αιώνια να υπάρχει. Άλλ’ ότι ακριβώς οι κορυφαίες στιγμές των πιο σπάνιων ανθρώπων σχηματίζουν μίαν αλυσίδα πού σαν οροσειρά ενώνει όλη την ανθρωπότητα διαμέσου των αιώνων το ότι το Μέγιστο μιας περασμέ­νης εποχής είναι και για μ-ένα μεγάλο- και το ότι εκπληρώνεται, έτσι, ή ενδόμυχη πίστη πού κι­νούσε προαισθητικά τον πόθο τέτοιων ανθρώπων για δόξα, τούτο αποτελεί το θεμελιώδες διανόη­μα τού Πολιτισμού .

Στο άκουσμα της αξίωσης ότι το Μεγάλο πρέπει να ζει αιώνια, ξεσπάει ή φοβερή μάχη κα­τά τού πολιτισμού- γιατί ότι είν’ ακόμη ζωντα­νό φωνάζει Όχι! Το κοινότοπο, το μικρό, το κοι­νό κατακλύζουν κάθε γωνιά της Γής, σα βαριά ατμόσφαιρα πού ’μαστέ καταδικασμένοι όλοι ν’ αναπνέουμε- περικυκλώνει με την κάπνα της το Μεγάλο κι ορμά να το παρεμποδίσει, να το απο­δυναμώσει, να το καταπνίξει, να ενσπείρει σκο­τάδια και πλάνες στο δρόμο πού ’χει να διανύσει τραβώντας για την Αιωνιότητα. Κι ό δρόμος αυ­τός περνάει μέσα απ’ τον ανθρώπινο νου! Μέσα από τον νου αξιολύπητων πλασμάτων, παραδομένων σ’ ένα πέλαγος αναγκών, πού αν σηκώνουν ποτέ το κεφάλι, πάλι στην επιφάνεια των ιδίων δυσκολιών αναδύονται, ξανά και ξανά, μη μπορώντας για πολύ ν’ αντιταθούνε στη φθορά. Αυτοί θέλουν να ζήσουν, να ζήσουν οτιδήποτε — πάση θυσία. Ποιός θα υποψιαζόταν ότι ανάμεσα τους διεξάγεται εκείνη ή δύσκολη λαμπαδηδρο­μία, χάρις στην οποία κρατιέται το Μεγάλο στη ζιυή;0 Κι όμως, αναφύονται μερικοί, πού στη θέα εκείνου τού μεγαλείου αισθάνονται τέτοια μακα­ριότητα, σα να ’ταν, αλήθεια, ή ζωή μια υπέρο­χη υπόθεση· σα να ’ταν ό πιο όμορφος καρπός τού πικρού αυτού δέντρου το να γνωρίζεις πώς κάποτε πέρασε κάποιος από τούτην εδώ την ύπαρξη περήφανα και στωικά, άλλος με βαθιά νόηση, κάποιος τρίτος με ευσπλαχνία, ένα όμως δίδαγμα αφήνοντας όλοι πίσω: πώς την ύπαρξη αυτή τη ζει ομορφότερα κείνος πού την αψηφά!

Ενώ ό κοινός άνθρωπος αντιμετωπίζει το σύντομο τούτο Είναι με κατηφή σοβαρότητα, εκεί­νοι, καθώς τραβούσαν προς την Αιωνιότητα, εί­χαν φθάσει σ’ ένα ολύμπιο γέλιο ή τουλάχιστον σ’ έναν υπερήφανο σαρκασμό’ πολλοί κατέβηκαν μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα στον τάφο τους — για­τί τί είχαν, στ’ αλήθεια, αυτοί να θάψουν!

Αν θέλει κανείς να βρει τούς πιο παράτολ­μους ιππότες ανάμεσα σε τούτους τούς αναζητητές της δόξας, πού πιστεύουν ότι θα βρουν το έμβλημά τους σε κάποιον μακρινό αστερισμό, ας τούς γυρέψει στους φιλοσόφους. Ή δράση τους δεν τραβάει την προσοχή κανενός «κοινού», δεν ερεθίζει τις μάζες και δεν προκαλεί τα εν­θουσιώδη χειροκροτήματα των συγκαιρινών τους. ’Έχουν το πιο σπάνιο και από μίαν άπο­ψη το πιο αφύσικο μες στη Φύση χάρισμα, πού αποκλείει κ’ εχθρεύεται όλα τα παρόμοια χαρί­σματα. Το τείχος της αυτάρκειας τους, για να μην καταστραφεί και γίνει συντρίμμια, πρέπει να είναι αδαμάντινο, μια κι όλα —άνθρωπος και φύση— κινούνται εναντίον τους. Το ταξίδι για την αθανασία είναι το δυσκολότερο απ’ όλα, με μια διαδρομή απίστευτα κουραστική και συνθή­κες αντίξοες· παρόλα’ αυτά, αν κανείς δεν είναι τόσο βέβαιος για την ευόδωση τού όποιου σκο­πού του όσο ό φιλόσοφος, συμβαίνει διότι ό τε­λευταίος γνωρίζει ότι μονάχα στις ολάνοιχτες φτερούγες όλων των εποχών μπορεί να σταθεί: ή περιφρόνηση για ότι παροντικό και παροδικό ενυπάρχει στην φιλοσοφική θεώρηση των πραγ­μάτων. Ό φιλόσοφος έχει με το μέρος του την αλήθεια. Ας κυλήσει ό τροχός των ήμερων όπου θέλει’ απ’ την αλήθεια δεν πρόκειται κανείς να ξεφύγει.

Μάς ενδιαφέρει το ότι έζησαν κάποτε τέτοιοι άνθρωποι. Ποτέ κανείς δε θα μπορούσε να φαν­ταστεί — καν ως απλή δυνατότητα— ότι υπήρ­ξε πράγματι άνθρωπος με την περηφάνια πού χαρακτήριζε, λόγου χάρη, τον σοφό ’Ηράκλει­το. Κάθε προσπάθεια για την απόκτηση μιας άρτιας επιστημονικής γνώσης μοιάζει από τη φύση της δίχως άλλο ανικανοποίητη κι ανεπαρ­κής· ως εκ τούτου, χωρίς τη διδαχή της Ιστο­ρίας, κανείς δεν θα πιστέψει ότι υπήρξε στ’ αλή­θεια άνθρωπος με τέτοια βασιλική υπεροψία, πού είχε την απόλυτη πεποίθηση ότι αυτός ήταν ό τυχερός μνηστήρας της ’Αλήθειας. Τέτοιοι άν­θρωποι ζουν στο δικό τους ηλιακό σύστημα- εκεί πρέπει κανείς να τούς γυρέψει. Και βέβαια, ένας Πυθαγόρας ή ένας Εμπεδοκλής έδειχναν μεν ύπερανθρώπινο σεβασμό προς τον εαυτό τους, ένα δέος σχεδόν θρησκευτικό, είν’ αλήθεια’ όμως ό χαλκάς της συμπόνιας, ή οποία ήταν άρρηκτα δεμένη με την ισχυρή τους πίστη στην μετεμψύ­χωση και την ενότητα όλων των εμψύχων, τούς τραβούσε ξανά πίσω, στο μονοπάτι των υπόλοι­πων ανθρώπων ως θεράποντες τους. ’Όσο για το αίσθημα της μοναξιάς πού διακατέχει τον Εφέσιο αναχώρησή τού ναού της Αρτέμιδος, μονά­χα στα όρη της πιο άγριας ερημιάς μπορεί κα­νείς, παραλυμένος απ’ την παγωνιά, κάπως να το νιώσει. Δεν εκπέμπει αυτός την εκτυφλωτι­κή λάμψη καμιάς συμπόνιας, καμιάς λαχτά­ρας να «βοηθήσει» και να «σώσει»: μοιάζει με άστρο χωρίς ατμόσφαιρα. Ρίχνει το φλογερό βλέμμα του προς τα μέσα, ενώ προς τα έξω το μάτι του θωρεί σβηστό και παγωμένο, σαν ψεύ­τικο. ’Ολόγυρά του, στο φρούριο της περηφάνιας του, σκάνε τα κύματα της πλάνης και τού παραλόγου’ αηδιασμένος στρέφει αλλού το βλέμ­μα. ’Αλλά κ’ οι άνθρωποι πού ’χουν ευαίσθητες ψυχές, αποφεύγουν ένα τέτοιο προσωπείο. Αυτό το πλάσμα θα ταίριαζε μάλλον στο ιερό κάποιου απόμακρου ναού, ανάμεσα σε αγάλματα θεών, σε μια ψυχρή μεγαλόπρεπη αρχιτεκτονική. ΩΣ άν­θρωπος ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, ό Ηράκλειτος ήταν απίθανος. Κι όταν τον είδαν, λέει, να παρακολουθεί το θορυβώδες παιχνίδι των παιδιών απόλυτα συγκεντρωμένος, εκείνος στο­χαζόταν ότι δε στοχάστηκε ποτέ κανένας θνη­τός εξ αφορμής ενός τέτοιου θεάματος: το παι­χνίδι τού Μεγάλου Παιδιού Δία πού εάν’ ό κό­σμος· την αιώνια χαρά τού να γκρεμίζεις και να δημιουργείς έναν κόσμο. Δε χρειαζόταν τούς αν­θρώπους — ούτε κ’ ή γνώση του εξαρτιόταν από δαύτους’ όλα όσα θα ’χε να μάθει τάχα απ’ τούς ανθρώπους ή όσα πάσχιζαν να μάθουν οι άλλοι σοφοί πριν από αυτόν, τον άφηναν αδιάφορο. «Τον εαυτό μου γύρεψα κ’ ερεύνησα»’ είπε χρησιμοποιώντας μια λέξη πού ’δίνε το κλειδί για την έρευνα ενός χρησμού: σα να ’ταν αυτός πού εκπλήρωσε και πραγμάτωσε κείνη τη δελφική ρήση «γνώθι σαυτόν», και κανείς άλλος!

«Ότι άκουσε ωστόσο από τον χρησμό, το θεωρούσε σοφία αθάνατη —σαν τούς προφητι­κούς λόγους της Σίβυλλας — , της οποίας το νόη­μα θα ’πρεπε να ανιχνεύεται αιώνια. Αυτό είναι αρκετό για την ανθρωπότητα τού απώτατου μέλ­λοντος: φτάνει να τον ερμηνεύσει όπως αρμόζει σ’ έναν χρησμό, ό όποιος —όμοια με τον ίδιο το δελφικό θεό— «ούτε λέγει ούτε κρύπτει». Πα­ρά πού εκστομίζει λόγια «αγέλαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα», και μάλιστα με στόμα «μαινόμενο», ή φωνή αυτή πρέπει και θα ακουστεί ως τον μέλλοντα αιώνα.8 ’Αφού ό κό­σμος αιώνια θα χρειάζεται την ’Αλήθεια, επομέ­νους αιώνια θα χρειάζεται τον Ηράκλειτο, ακό­μη κι αν αυτός δεν είχε την ανάγκη του. Γιατί να νοιαστεί για τη δική του δόξα; — «τη δόξα θνητών πού έρχονται και παρέρχονται!», καθώς αναφωνεί σαρκαστικά. Τούτα αρμόζουν σε αοιδούς και ποιητές, καθώς και σε όσους αναγνω­ρίστηκαν ως «σοφοί» πριν από κείνον — ας χορ­τάσουν αυτοί με τη νοστιμότερη τροφή του εγωισμού τους! Για τον ίδιο τέτοιες γεύσεις πα­ραείναι συνηθισμένες. Για τη δόξα του νοιάζον­ται προφανώς οι άλλοι, όχι αυτός· ή δική του έγνοια δεν εάν’ ό εγωισμός του, αλλά ή ’Αλήθεια’ κ’ ή ’Αλήθεια του λέει ακριβώς ότι τον χρειάζε­ται ή αθανασία της ανθρωπότητας — δεν χρειά­ζεται αυτός την αθανασία του ανθρώπου Ηρα­κλείτου.

Ή ’Αλήθεια! Παραλήρημα ενός θεού! Τί ενδιαφέρει τούς ανθρώπους ή ’Αλήθεια!

Τί ήταν τάχα ή ηρακλείτεια ’Αλήθεια!

Και που βρίσκεται τώρα; «Ένα όνειρο πού πέταξε μακριά, σβησμένο κι αυτό απ’ το πρόσωπο της ανθρωπότητας μαζί με τόσα άλλα όνειρα! — δεν ήταν ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο!

’Ίσως ένας ανάλγητος δαίμονας δεν θα ’χε τίποτα περισσότερο να πει για όλα αυτά πού μ’ επιβλητικές αλληγορικές εκφράσεις ονομάζουμε «Παγκόσμια Ιστορία», «’Αλήθεια» ή «Δόξα», παρά τούτα τα λόγια:

«Σε κάποια απόμερη γωνιά του σύμπαντος πού εκχύθηκε αστραποβολώντας σε αναρίθμητα ηλιακά συστήματα, υπήρξε μια φορά κ’ έναν και­ρό ένα άστρο. Πάνω σ’ αυτό το άστρο ζούσαν κάτι έξυπνα ζώα τα όποια επινόησαν το «γιγνώσκειν». Ήταν ή πιο αλαζονική και κίβδη­λη στιγμή της Παγκόσμιας Ιστορίας — όμως τίποτα παραπάνω από μία στιγμή. Γιατί μετά από λίγες εισπνοές-εκπνοές της Φύσης το άστρο πάγωσε, και τα έξυπνα ζώα έπρεπε να πεθάνουν. Ή ώρα είχε σίγουρα φτάσει’ γιατί παρά τούς κομπασμούς τους για τα πολλά πού τάχα γνώ­ριζαν, προς μεγάλη τους δυσαρέσκεια ανακάλυ­ψαν πώς ότι είχαν γνωρίσει ήταν εντέλει λάθος. Πέθαναν και χάθηκαν μαζί με το χαμό της ’Αλή­θειας. Αυτή ήταν ή τύχη, λοιπόν, των απελπι­σμένοι εκείνων ζώων, πού ’χαν επινοήσει το γιγνώσκειν.»

Τούτος θα ’ταν ό κλήρος του ανθρώπου αν ήταν πράγματι κάτι περισσότερο από ένα ζώο πού ’χει την τάση «να γνωρίζει». Ή ’Αλήθεια θα τον έσπρωχνε στην απόγνωση και την εκμηδένιση — ή ’Αλήθεια, πού ’χει αιώνια καταδι­καστεί να ’ναι Μη ’Αλήθεια… «Όμως στον άν­θρωπο αρμόζει να πιστεύει σε μια ευπρόσιτη ’Αλήθεια, σε μια πολύ κοντινή του Ψευδαίσθη­ση, πού του εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη. Μή­πως δε ζει τάχα χάρις σε μια διαρκή αυταπά­τη; Μήπως δεν του αποκρύπτει τάχα ή Φύση τα περισσότερα — ΙΣΑ-ΙΣΑ τα πιο κοντινά του, λ.χ. το ’ίδιο του το σώμα, απ’ το όποιο διαθέτει μόνο μία γητεύτρα «συνείδηση»; Σ’ αυτή τη συ­νείδηση εγκλείστηκε, κ’ ή Φύση πέταξε μακριά το κλειδί. Ω, την ολέθρια περιέργεια τού φιλο­σόφου, να θέλει σώνει και καλά να προβάλει το κεφάλι του απ’ το κελί αυτό, πού είν’ ή συνεί­δηση, και να δει τί υπάρχει εκεί έξω! ’Ίσως να διαισθάνθηκε κατόπιν τούτου, ότι ο άνθρωπος, ζώντας μες στην αδιαφορία της άγνοιάς του, δε στηρίζεται παρά πάνω σε αδηφάγες, άπληστες, βδελυρές, άσπλαχνες, δολοφονικές ροπές, κι ονειροπολεί, ούτος ειπείν, πάνω στη ράχη ενός τίγρη.

«’Αφήστε τον να ονειρεύεται!» φωνάζει ή Τέχνη . «Ξυπνήστε τον!» φωνάζει ό φιλόσοφος, κυριευμένος από το πάθος της ’Αλήθειας. Κι ωστόσο βυθίζεται κι ό ίδιος, ενώ πιστεύει ότι ταρακουνάει τούς κοιμισμένους, σε μια μαγική νάρ­κη ακόμη βαθύτερη — ίσως ονειρεύεται τις «’Ιδέες», ίσως την αθανασία. Ή Τέχνη είναι πιο δυνατή από τη Γνώση, γιατί εκείνη θέλει τη ζωή, ενώ ετούτη πετυχαίνει ως ύστατο σκοπό της — την εκμηδένιση.

Περί του πάθους τής αλήθειας

Friedrich Nietzsche Μετάφραση, σχόλια: Βαγγέλης Δουβαλέρης

ΠΗΓΗ

Loading...

Σχόλια Αναγνωστών (1)

Σχολιάστε

To e-mail σας δεν θα δημοσιευθεί