10:05 - 25/04/2014

Ο διακανονισμός

o-diakanonismos

Ο διακανονισμός

γραφει ο αρισταρχος

“ Ψηλά το ηθικό, που θα πάει; Κάποτε ίσως σταθεί και όρθιο το ρημαδόκερμα… το σημαδεμένο”
Κάθισα στην ουρά υπομονετικός χωρίς διόλου σκέψεις ή συναισθήματα. Πέντε μέτρα με χωρίζουν από τον γκισέ με την πινακίδα “Εδώ πληρώνετε τις δόσεις”. Η ουρά των ανήμπορων!

Παραδίπλα πληρώνουν οι κανονικοί λογαριασμοί δηλαδή οι “έχοντες”! Κανένας τους δεν κοιτά προς την μεριά μας, και τι να δει δηλαδή; Μια από τα ίδια είναι κι αυτοί, απλά υποκρίνονται πως έχουν την δύναμη να πληρώσουν… πως το λένε; Άααα, cash!.

Εκεί λίγο πάνω από το σβέρκο, μέσα στο κρανίο, ακούγεται πάντα σε κάθε περίπτωση αυτή η εισαγγελική φωνή.” Φίλε , τελειώσαμε. Αυτό ήταν. Η μεγάλη ξεφτίλα της οικονομικής σου αδυναμίας σε πάει αγκαζέ”. Ο αντίλογος πάλι μέσα από το ίδιο κρανίο με απροσδιόριστη όμως θέση. Όχι δεν τελειώσαμε, αντέχουμε ακόμα. Και θα το πάμε μέχρι το τέρμα, αν υπάρχει κάτι τέτοιο.

Αδειάζω το μυαλό μου κι αφήνω τα μάτια μου έξω από προκλήσεις. Έτσι, νιώθω τώρα καλύτερα. Ζόμπι, ναι αυτό υποκρίνομαι(;). Χαλάρωσα τόσο πολύ που μου φεύγουν τα χαρτιά από τα χέρια. Σκορπίζουν στο δάπεδο σαν φύλλα φθινοπωρινά. Σκύβω και τα μαζεύω. Η μια σελίδα χώθηκε ανάμεσα στα πόδια της κοπέλας που είναι μπροστά μου. Ζητώ ταπεινά συγνώμη αλλά δεν φαίνεται να κατάλαβε κάτι. “Συγνώμη;” Επί τέλους κοιτάζει προς τα κάτω με δυό τεράστια μαύρα μάτια γεμάτα απορία για το τι έκανα γονατιστός στα πόδια της. Έτσι που την έβλεπα μου φάνηκε σαν δίμετρη Θεά ή κάτι τέτοιο. Προσπάθησα να κάνω κάτι σαν χαμόγελο, μάλλον βγήκε στραβογκριμάτσα, και υποθέτω πως η σκέψη μου έγινε ομιλία. “Μια σελίδα της μιζέριας μου σφηνώθηκε εδώ ανάμεσα στις μπότες σας… μπορώ; ”

Πολλά μάτια με κοίταξαν άχρωμα, μπορεί όμως και να μη με είδαν. Απλά, ένα ασήμαντο γεγονός που όμως έσπαζε την αλυσίδα της βουβής συνέχειας. Όταν κάθεσαι στην ουρά για να πληρώσεις και τα χρήματα σου καίνε τα χέρια το μυαλό αδειάζει και το βλέμμα σου γίνεται θολό, άδειο. Σχεδόν φωνή δεν ακούγεται από πουθενά παρά μονάχα το συριχτό του εκτυπωτή και ύστερα το νταπ- ντουπ της εξοφλητικής σφραγίδας. Κάτι στριφογυρίσματα από κέρματα στο πιατάκι και μετά οι βαριές ανάσες του κλειστού χώρου που χωρίς παράθυρα αγωνίζεται να κάνει ορατά τα πράγματα φθορίζοντας μακρόστενες λάμπες με κείνο το περίεργο νεκρικό άσπρο φως. Η εικόνα, ανάμεσα από τα πόδια της κοπέλας, έρχεται από μια γριά καθισμένη σε μια σιδερένια πολυθρόνα με γουρλωμένα τα μάτια για την περίεργη στάση που έχω(;) ή στον μαυροντυμένο ψυχοπομπό.

Ποιος ξέρει τι βάζει με το νου της ή μάλλον δεν σκέπτεται, απλά μπερδεύεται με το γιατί βρίσκομαι γονατιστός εκεί. Με λίγη ξενόφερτη φαντασία, σε κάποια κομεντί, ίσως να φάνταζε με αίτηση για γάμο. Πάνω στο βρώμικο και πολυσκονισμένο μωσαϊκό και μέσα στην βαριά μπόχα; Χρειάζεσαι άπειρη φαντασία αλλά… νά! Η σελίδα επί τέλους περνάει στα χέρια μου και σηκώνομαι ξεφυσώντας ανάμεσα στα δόντια μου ένα σβησμένο ευχαριστώ.

Η ουρά κάνει δυό βήματα μπροστά και η απόσταση από τα ταμείο μικρή. Η ζακέτα της κοπέλας μπροστά μου σε χρώμα ταμπά φαίνεται ακριβή αλλά πολυχρονισμένη και τα μαλλιά κατάμαυρα κομμένα κοντά αφήνουν ελεύθερη τη θέα στην αντίθεση που προβάλλει ανάμεσα σ’ αυτά και την λευκή σάρκα. Σκύβω και της ψιθυρίζω δειλά μια συγνώμη έτσι, για να πιάσω κουβέντα. Κούνησε το κεφάλι χωρίς καν να γυρίσει. Ξανακλείστηκα στον εαυτό μου και περίμενα υπομονετικά. Τώρα αυτή ήταν μπροστά στο ταμείο και άπλωνε το λευκό Α4 χαρτί με τον διακανονισμό του λογιστηρίου της ύδρευσης. Η περιέργεια μ’ έβαλε να σκύψω λίγο παραπάνω για να πιάσω την τελευταία αράδα “… σύνολον 63 ευρώ σε τρεις δόσεις των 21ευρώ έκαστο μήνα.”

“Έλα κύριος”, “Άντε ρε φίλε κουνήσου και νυχτωθήκαμε” Πίσω από το τζάμι με τις τρύπες ένα πενηντάχρονο πλαδαρό πρόσωπο μουσκεμένο από τον ιδρώτα και δυό χοντρά χείλια με κοιτάζει με ανυπομονησία. Άπλωσα μηχανικά μπροστά του την σελίδα που έγραφε για το ποσόν προς πληρωμή στην εταιρεία της ύδρευσης με τα χαρακτηριστικά “ποσόν προς διακανονισμό 45ευρώ και πληρωμή σε δύο δόσεις των 25 ευρώ εκάστη.

Τώρα ένιωθα μέσα μου το απόλυτο ξέφτισμα της ζωής μου. Δεν ήμουν ικανός να πληρώσω ούτε το πενιχρό σαρανταπεντάρι για λίγα κυβικά νερό. Πως θα πλήρωνα για το κόστος της επιβίωσής του ακριβού μου εαυτού; Άνοιξα δειλά την υγρή μου παλάμη για να μετρήσω ένα υπόλοιπο δυόμιση ευρώ. Ένας καφές, αλλά αυτός δεν γίνεται δια του δύο. Τελικά το κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά και μάτια πληρώνει τον δικό της καφέ. Φάτσα κάρτα ο Θερμαϊκός και η παρέλαση χιλίων ακροβατούντων μεταξύ πείνας και απλής επιβίωσης. Μαύροι με κασέτες και cd, λευκοί με ρολόγια και μπρελόκ, μαυρόλευκοι φορτωμένοι μια ανθρώπινη ανομολόγητη μιζέρια.

Ψυχαγωγείς και ψυχαγωγούμενοι όλοι με την αγωνία στο βλέμμα, τι θα γίνει σαν κλείσουν τα φώτα της ράμπας και μείνουν μοναχοί στο σκοτάδι χωρίς δεκάρα, χωρίς, συντροφιά, χωρίς φαγητό παρά μια έντονη επιθυμία για… κλάμα! Έτσι τόλεγε εκείνη η συμπονετικιά κοινωνική λειτουργός. “κλάψε να ξαλαφρώσεις” Από τι; Από το ανύπαρκτο βάρος ή τις τύψεις της βλακώδους συμπεριφοράς μου απέναντι στη ζωή;

Δεν έχω τι άλλο να πληρώσω εκτός… από ενοίκιο, αέριο, ηλεκτρικό, το φαγητό, τα φάρμακα της γριάς μου, τη δόση του αυτοκινήτου που εν τω μεταξύ έγινε σαράβαλο και μη αγοράσιμο, το τηλέφωνο(κομμένο εδώ και ένα μήνα) και τα δανεικά που πήρα για τον βαρκάρη. Ας βρίσκονται, είπα, που ξέρεις;

Τρεις το πρωί και τα βήματά μου γεμάτα αστάθεια με οδηγούν πάνω στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο ενώ οι χοντρές ψιχάλες ρυάκια ανάμεσα στα μαλλιά μου. Ζω μια παραφροσύνη, μια δανεική και αγύριστη ζωή. Βαριά ανασαίνει ο περίγυρος. Νιώθω την βρώμα του επάνω μου και με μαγαρίζει. Λεωφορείο δεν υπάρχει και στην τσέπη μονάχα ογδόντα λεπτά. Μ’ αυτά πάλι αύριο θα πορευτώ και που ξέρεις, τροχός είναι αυτός, τύχη είναι αυτή. Στο κορώνα ή γράμματα αν περιμένεις να σταθεί όρθιο την έβαψες. Απλά πολεμάς με τις πιθανότητες. Εδώ όμως ανατράπηκαν τα πάντα. Μονά χάνεις και ζυγά κερδίζουν οι άλλοι. Όμως…

Ψηλά το ηθικό, που θα πάει; Κάποτε ίσως σταθεί και όρθιο το ρημαδόκερμα… το σημαδεμένο.

ΠΗΓΗ

Loading...

Be the first to comment

Σχολιάστε

To e-mail σας δεν θα δημοσιευθεί