19:26 - 28/12/2014

Μπαμπά, υπάρχει Πρόεδρος;

president

Πίτες και βασιλόπιτες.

Σπάνια χιόνιζε στη γειτονιά που μεγάλωσα. Τα άσπρα τοπία τα βλέπαμε μονάχα σε ταινίες και σε εικόνες παιδικών παραμυθιών, παρά στην πραγματικότητα. Κι είχα θυμάμαι μεγάλη περιέργεια για το πώς θα ήταν άραγε η αίσθηση να έχω στις χούφτες μου πολλές νιφάδες μαζεμένες, πως θα ήταν να περιεργάζομαι αυτό το ιδιαίτερο φαινόμενο στη φύση με τα παγωμένα δάχτυλά μου.

Μέχρι που ξημέρωσε εκείνο το αξέχαστο χριστουγεννιάτικο πρωινό, όταν τράβηξα τις κουρτίνες από το παράθυρο κι απλώθηκε στα μάτια μου μπροστά ολόλευκο το σύμπαν, από τα δέντρα μέχρι τα παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα, ήταν πρωτόγνωρο το θέαμα, όλα τα πράγματα φαίνονταν από μακριά όπως ένας τεράστιος κουραμπιές που κάποιος πήγε κι έριξε επάνω του ατέλειωτη ζάχαρη άχνη. Κι ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός μου που άρχισα στα καλά καθούμενα να χοροπηδάω, απ’ την πολλή χαρά πήγα και ξύπνησα τη μάνα μου και τον πατέρα μου, τραβώντας τους από το χέρι, φωνάζοντας διαρκώς ότι επιτέλους χιόνισε και ότι δεν έβλεπα την ώρα να βγω έξω και να βουτήξω μέσα στην άσπρη αυτή θάλασσα, να την ψηλαφίσω, να παίξω μαζί της με τις ώρες, να φτιάξω χιονάνθρωπους με κασκόλ και καρότα στη μύτη, όλα μαζί ήθελα να τα κάνω, μικρό παιδάκι ήμουν, όλα φαινόντουσαν τόσο μαγικά κι ονειρεμένα. Βέβαια, δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα να καταφέρεις να κάνεις δυο συνεχόμενα βήματα σωστά, οι περισσότεροι γλιστρούσαν κι έπεφταν κάτω, λες κι ήταν ερασιτέχνες αθλητές σε πίστες πατινάζ, ήμασταν άλλωστε αμάθητοι, απειρία και χαρά μπλεκόντουσαν μεταξύ τους, όπως τα μπούτια μας τα ίδια, καθώς επιμέναμε ότι μπορούσαμε να ισορροπήσουμε την ίδια ακριβώς στιγμή που ακροβατούσαμε και τελικά σκάγαμε στη γη σαν μια μπάλα από χιόνι.

Όσα συνέβαιναν ακροβατούσαν ανάμεσα στο πραγματικό και το πλασματικό, εξάλλου η ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς έκρυβε ανέκαθεν μπόλικες ψευδαισθήσεις μέσα της, διάφορες αλήθειες που στην πορεία αποδείχτηκαν ότι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά καλοφτιαγμένα αληθοφανή ψέματα, με μόνο σκοπό να σου χαρίσουν χαρά εφήμερη, παροδική και προκατασκευασμένη, όπως τα εκατοντάδες μελομακάρονα που έβρισκες για κάτι περισσότερο από δυο βδομάδες στα ράφια από τα σούπερ μάρκετ. Το χιόνι φάνηκε ότι ήταν ένα πολύ καλό παράδειγμα για να καταλάβω πως λειτουργεί όλος αυτός ο μηχανισμός και για το αν τελικά υπάρχουν ή δεν υπάρχουν πολλά από όσα στη μετέπειτα ζωή μας θεωρούμε εξιδανικευμένα. Το πιο χαρακτηριστικό ήταν όταν εκείνη την ημέρα πήγαμε με τον πατέρα μου να συγκεντρώσουμε όσο περισσότερο χιόνι μπορούσαμε για να το αποθηκεύσουμε μέσα σε κουβαδάκια, για τα παιχνίδια των επόμενων ημερών, νομίζοντας πως όλο αυτό θα κρατήσει σχεδόν για πάντα.

Παρά την κούραση, τον ιδρώτα που έζεχνε μέσα στα γάντια και το ψύχος, μάζεψα κάμποσο από το υλικό με το οποίο θα έφτιαχνα τις κατασκευές από το όνειρά μου κι έμεινα ξάγρυπνος όλη τη νύχτα από την αγωνία, μέχρι να φανεί το επόμενο χάραμα για να συνεχίσω το έργο μου. Και ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη την παγερή απογοήτευση που ένιωσα να κατακάθεται στα σπλάχνα μου μέσα, όταν άνοιξα την πόρτα κι αντίκρισα τα κουβαδάκια αδειανά και παραπεταμένα, λες και δεν υπήρξε ποτέ χιόνι μέσα τους, μα πως είναι δυνατόν, λίγες μόλις ώρες πριν εδώ μέσα ήταν, μπαμπά, μαμά, τι συμβαίνει και γελάτε, που πήγε το χιόνι μου, δεν μπορεί να εξαφανίστηκε έτσι, γιατί δεν μου είπατε ότι το χιόνι λιώνει και τελειώνει;

Κοίτα να είσαι παιδί καλό, υπάκουο, να ακούς τους γονείς σου πάντα, να διαβάζεις τα μαθήματά σου, να μην αντιμιλάς, να μην αυθαδιάζεις, να τρως όλο σου το φαγητό, να κοιμάσαι νωρίς το βράδυ, να τα κάνεις όλα αυτά για να σε δει ο Άγιος Βασίλης και να σου φέρει δώρο και φέτος, έτσι; Τόσες πολλές απαιτήσεις, τόσα πολλά προαπαιτούμενα για να λάβεις λιγάκι απ’ τη χαρά των εορτών, λες κι ο Άγιος Βασίλης ήταν κανένας λοχαγός που ζητούσε πειθαρχία ή κανένας τραπεζίτης που ήθελε να σε δει να στερείσαι πρώτα για να σε χρηματοδοτήσει ύστερα.

Κι ύστερα, δεν μπορούσα να εξηγήσω που στο καλό κρυβόταν κάθε φορά, πως τρύπωνε στο σπίτι μέσα, είχα ορκιστεί πως θα τον βρω και θα τον συναντήσω, ήθελα να τον ρωτήσω ευθέως αν όντως έχει τόσες απαιτήσεις από εμάς τα μικρά παιδιά, είχα στήσει καρτέρι από νωρίς στο τζάκι απέναντι, μέχρι που δεν άντεχα και κάθε, μα κάθε φορά αποκοιμιόμουν από τη νύστα και για έναν λόγο ανεξήγητο βρισκόμουν να κοιμάμαι το πρωί στο κρεβάτι μου, ποιος ξέρει, μπορεί ο Άγιος Βασίλης να ήθελε να μην κρυώσω και με μετέφερε στη φωλιά μου ο ίδιος σιγά-σιγά, για να μην να τον καταλάβω. Κι όταν ξυπνούσα, έτρεχα με ανυπομονησία στο στολισμένο το δέντρο κι έβρισκα πάλι το κουτάκι το περιτυλιγμένο, αχ, ναι, πήρα το δωράκι μου και φέτος, ήμουν φαίνεται παιδί καλό, αχ, τι ωραία, μου έφερε αυτό που του ζήτησα, κάθε χρόνο γινόταν αυτό, απλά με τα χρόνια σταμάτησε να μου φέρνει αυτό που του ζητούσα, μέχρι που σταμάτησε να μου φέρνει καν δώρο, ένα γράμμα βρήκα την τελευταία φορά που έλεγε ότι μεγάλωσα πια και ότι δεν έχω ανάγκη πια ούτε τα δώρα ούτε τον Άγιο Βασίλη, ότι τελικά δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και ότι από ένα σημείο και μετά τα πολλά τα δώρα είναι άδωρα.

Τα ίδια βίωσα και με όλο το υπόλοιπο καλοστημένο ψέμα των ημερών αυτών, τα ίδια με τις κάλτσες που κρεμάγαμε για να γεμίσουν τάχα, τα ίδια με το δέντρο που το στολίζαμε με ψεύτικα στολίδια έτσι το ίδιο ψεύτικο καθώς ήταν, τα ίδια με τα σκανταλιάρικα τα ξωτικά και τους καλικάντζαρους που ποτέ μου δεν πέτυχα ούτε κατά τύχη, τα ίδια και με το φλουρί που τις περισσότερες φορές οι περισσότεροι ήξεραν από πριν σε ποιο κομμάτι μέσα βρισκόταν, ω, μπράβο, μπράβο, είσαι τυχερός, γιε μας, αυτή η χρονιά θα είναι καλότυχη, έτσι λένε για όποιον το βρει, τα ίδια με το δήθεν καλό πνεύμα που μας κάνει να σκεφτόμαστε τους φτωχούς, τους μόνους τους άτυχους και καταδικασμένους, και που αυτό το πνεύμα υπήρχε μόνο για όσο διαρκούσαν οι γιορτές και μετά χανόταν πάντα, τέλειωνε κι έλιωνε όπως το χιόνι, ψέματα, ψέματα όλα και που απαγορευόταν να πεις φωναχτά ότι ήταν τέτοια.

Το πιο αξιοπερίεργο ήταν ότι όλοι ξέραμε ότι όλο αυτό το σκηνικό είναι έτσι σκηνοθετημένο και μη θέλοντας να κάνουμε και πολλές-πολλές αναλύσεις το βαφτίζαμε ως «μαγεία» για να μπορούμε να παραμυθιάζουμε καλύτερα τους εαυτούς μας, ενώ την ίδια ώρα μεταδίδαμε από γενιά σε γενιά τα ίδια ακριβώς αυτά ψέματα. Και κάθε χρόνο οι ίδιες ευχές, οι ίδιες δηλώσεις με τα ίδια λόγια, να βγει η χώρα μας από την κρίση, θα αντέξουμε, μπορούμε, το μήνυμα των άγιων αυτών ημερών να φτάσει στις καρδιές μας, να αγκαλιαστούμε μεταξύ μας οι άνθρωποι, θα τα ξεπεράσουμε τα προβλήματα, να μην ξεχνάμε όσα έχουμε καταφέρει μέχρι σήμερα, ποιος ξέρει, τελικά μπορεί και να μην είναι όλα μύθος, μπορεί τελικά να υπάρχει κάπου ένας Άγιος Βασίλης και δει όσα έχουμε υποστεί κι υπομείνει ως λαός και να μας φέρει δώρο τη σωτηρία και την επιστροφή στην ομαλότητα. Χρόνια πολλά, Έλληνες!

Αυτό το ίδιο χαρακτηριστικό συναίσθημα τής απομυθοποίησης επαναλήφθηκε πολλές φορές στο μέλλον. Έτσι ένιωσα, καθώς μεγάλωνα, για πρόσωπα και θεσμούς που είχα στο μυαλό μου ως υπαρκτά και σπουδαία. Θυμάμαι για παράδειγμα, σε μια από τις σχολικές μας εκδρομές, όταν πρωτοπέρασα την είσοδο του κοινοβουλίου, τότε που πήγα και κάθισα σε ένα από τα μοβ τα έδρανα. Πόσο μεγάλη η διαφορά σε σύγκριση με την εικόνα που είχα τόσα χρόνια από την τηλεόραση, η Βουλή τελικά ήταν πολύ πιο μικρή από όσο φανταζόμουν, εκείνα τα επιβλητικά, μακρινά πλάνα αποδείχτηκε ότι ήταν επίτηδες τραβηγμένα έτσι για να τη μεγεθύνουν, ενώ από κοντά όλα ήταν μια σταλιά.

Έτσι ένιωσα και ως φοιτητής όταν διάβαζα με τις ώρες για την εφαρμογή του Συντάγματος και των νόμων, πόσο πολύ είχα κουραστεί να αντιληφθώ όλες αυτές τις δαιδαλώδεις διατάξεις, ο υπέρτερος Νόμος του Κράτους, Κράτος Δικαίου, η σφαίρα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η λαϊκή κυριαρχία, το Έθνος, ο πατριωτισμός των Ελλήνων. Μπράβο, αριστεύσατε, συγχαρητήρια, μα, κύριε καθηγητά, ήθελα να σας ρωτήσω, πως είναι δυνατόν να κυβερνούν το λαό μειοψηφίες, πως γίνεται να ψηφίζονται νόμοι μέσα ένα βράδυ, πως γίνεται να μην εφαρμόζεται το Σύνταγμα και όσα διδαχθήκαμε, τα δικαιώματα, κύριε καθηγητά, είναι όπως οι καλικάντζαροι, ο Πρωθυπουργός θυμίζει χιονάνθρωπο με ένα καρότο στη μύτη, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κύριε καθηγητά, υπάρχει τελικά ή είναι όπως ο Άγιος Βασίλης, μια φιγούρα που ξέρουμε ότι δεν υπάρχει αλλά προσποιούμαστε ότι υπάρχει; Έτσι ένιωσα ειδικά όταν άρχισα να λέω κι εγώ τα ίδια παραμύθια στο παιδί μου κι αυτό σταδιακά ήθελε να με ρωτά για όλα αυτά επίμονα, με μάτια σπαρταριστά

Υπάρχει δημοκρατία, μπαμπά;

Loading...

Be the first to comment

Σχολιάστε

To e-mail σας δεν θα δημοσιευθεί