11:35 - 26/07/2014

Η ζαβολιά στο παιχνίδι

i-zavolia-sto-paixnidi

Η ζαβολιά στο παιχνίδι

Ο τρόπος επίλυσης ενός προβλήματος που μπορεί να αντιμετωπίζεις στην ζωή σου, βρίσκεται σ’ εκείνον τον τρόπο ζωής που κάνει το πρόβλημα να εξαφανίζεται. Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (Πολιτισμός και αξίες).

Το κρυφτό είναι ένα παιχνίδι που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος και όχι μόνο στην παιδική του ηλικία, ένα παιχνίδι που δοκιμάζει ταυτόχρονα την εξυπνάδα εκείνου που ψάχνει και την αποφασιστικότητα εκείνου που κρύβεται. Είναι η πιθανότητα να μπορέσεις να ξεφύγεις από την πρόθεση, την επιθυμία, να σε βρει, ένα άλλο συγκεκριμένο άτομο.

Κάθε επιτυχημένο κρυφτό –με εξαίρεση τις τραγωδίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το κρυφτό είναι πάντοτε επιτυχημένο- καθησυχάζει τους παίχτες, αλλά και την κοινωνία που αυτοί ανήκουν, ό,τι κανείς τους δεν μπορεί να ξεφύγει, να το σκάσει, να πάει μακριά και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος τόπος, που να μπορεί αυτός να πάει, αν καταφέρει να ξεφύγει από τον διώκτη του.

Η ζαβολιά στο παιχνίδι –δηλ. η παραβίαση των κανόνων- είναι να βρεις ένα μέρος να κρυφτείς που να μην μπορεί να σε βρει κανείς, δηλ. να ξεφύγεις από τον κυνηγό σου. Η σπαζοκεφαλιά στο κρυφτό, το παράλογο δράμα που εμπεριέχει, είναι πως, το να σε βρουν σημαίνει ότι έχασες, ενώ το να μην σε βρουν, σημαίνει πως ακολουθείς κατά γράμμα τους κανόνες του παιχνιδιού. Σε ένα τέτοιο παιχνίδι και οι δύο παίχτες είναι εγκλωβισμένοι, παγιδευμένοι, ανεξάρτητα σε ποιά θέση βρίσκονται, κανείς τους δεν μπορεί να ξεφύγει, κρύβονται, γνωρίζοντας, πως αυτό που κάνουν δεν είναι απόδραση.

Αυτό που μοιράζονται είναι πως βρίσκονται εγκλωβισμένοι μαζί, κάπου, μέσα σε κάτι, –μια φούσκα, μια δημιουργία, έναν κόσμο- που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ανάγκη ή επιθυμία για συγκεκριμένα είδη αναγνώρισης και καθησυχασμού και από αυτό το κάτι, είναι αδύνατον να ξεφύγουν κι αν παρ ελπίδα το καταφέρουν, δεν υπάρχει τόπος να πάνε.

Υπάρχουν και κάποιοι παίχτες, που όταν παίζουν κρυφτό, απομακρύνονται τόσο πολύ, φεύγουν μακριά, που στην πραγματικότητα παύουν να παίζουν το παιχνίδι. Όταν αυτή η συμπεριφορά συνεχιστεί, οι υπόλοιποι παίχτες θα τρομάξουν στην αρχή, αλλά μετά από λίγο θα το συνηθίσουν και θα πάψουν να ασχολούνται με τους ζαβολιάρηδες. Ο ζαβολιάρης από την άλλη δεν έχει την υπομονή να περιμένει να τον βρουν ή να τους κάνει το χατίρι να παίζει με τους δικούς τους κανόνες και αρχίζει να φτιάχνει άλλους κανόνες δημιουργώντας δικό του παιχνίδι.

Το ότι δεν παίζει το παιχνίδι με τους κανόνες που είναι ήδη γνωστοί, δεν σημαίνει για τους παίχτες, πως ο ζαβολιάρης καινοτομεί, σημαίνει από την δική τους σκοπιά πως δεν προσφέρει τίποτε στο παιχνίδι.

…και τι να πούμε για τα παιχνίδια των θεών, που δεν παίζουν για να κερδίσουν -είναι αυτονόητο αυτό κατά την άποψη τους- αλλά παίζουν γιατί βαριούνται και παίζουν με τα ανθρωπάκια, μα παίζουν και μεταξύ τους. …κι όλα αυτά, μέχρι να πέσει στον δρόμο τους ένας ζαβολιάρης, που δεν παίζει με τους κανόνες, ο κατεργάρης, που τους κάνει να δουν “τον Βούδα φαντάρο”!!

Το αναφέρει και η μυθολογία, πως οι θεοκτόνοι ήταν πάντοτε άνθρωποι θνητοί, είναι πάντα ένας κατεργάρης που τους την φέρνει, εκεί που δεν το περιμένουν, από τον θείο εγωισμό και την θεϊκή αλαζονεία τους. Διάβασε για τα παιχνίδια των θεών αλλά και για το τι τους περιμένει, γιατί ως γνωστόν, «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά».

Ο ζαβολιάρης ξέρει πως η ελευθερία του βρίσκεται στην αέναη πράξη της απελευθέρωσης του, η περιπέτεια είναι η η διαδικασία της απελευθέρωσης, όχι η ίδια η ελευθερία.

ΠΗΓΗ

Loading...
08:59 - 16/11/2013

Η ζαβολιά στο παιχνίδι

i-zavolia-sto-paixnidi

Ο τρόπος επίλυσης ενός προβλήματος που μπορεί να αντιμετωπίζεις στην ζωή σου,
βρίσκεται σ’ εκείνον τον τρόπο ζωής που κάνει το πρόβλημα να εξαφανίζεται.
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (Πολιτισμός και αξίες).

“Ψάξε να με βρεις, ξεκίνα να ψάχνεις και δεν θα με βρεις” Πόσες φορές δεν το είπες όταν ήσουν παιδί και πόσες φορές δεν το άκουσες από τα μικρά της οικογένειας σου, σε μια αυλή κάποια ηλιόλουστη μέρα; Ναι είναι το γνωστό “κλείσε τα μάτια σου να κρυφτώ”, το ανάποδο μέτρημα και η ταυτόχρονη εξαφάνιση στην γρήγορη και ευφυή, αναζήτηση μιας κρυψώνας για τους παίχτες. Ναι είναι το αγαπημένο παιχνίδι μικρών και μεγάλων, το κρυφτό. Όποτε τα παιδιά παίζουν κρυφτό – ή όποτε οι ενήλικες χάρη στο παιχνίδι της αποστροφής, της κυριαρχίας του εγώ και του δελεασμού κρύβονται ο ένας από τον άλλο, συνειδητά ή ασυνείδητα- το μέσο με το οποίο παίζεται το παιχνίδι είναι ο φόβος και η κρυφή επιθυμία, να μην τους βρει ποτέ κανείς.

Οπότε το παιχνίδι τραβάει σε μάκρος και το παιδί που κρύβεται, πάντα βοηθάει το παιδί που ψάχνει, αφήνοντας ίχνη, κάνοντας θόρυβο, κουνώντας τον θάμνο, αφήνοντας μια άκρη από το ρούχο να προεξέχει και δίνοντας την δυνατότητα σε αυτόν που τον ψάχνει να τον βρει. Αυτός που τα φυλάει, από την άλλη, κάνει “ματάκια”, κρυφοκοιτάζει, για να δει που θα κρυφτούν, αυτοί που πρέπει να ψάξει να τους βρει. Υπάρχει ο αρχέγονος φόβος, πως πρέπει οπωσδήποτε να τους βρει, μην χαθούν, μην απομακρυνθούν, μην φύγουν έξω από το παιχνίδι-μαντρί. …και οι δύο ψιλό-κλέβουν, και οι δύο μεριές του παιχνιδιού, το ξέρουν πως ο άλλος κλέβει, αλλά συνεχίζουν να παίζουν το παιχνίδι, με την υποκρισία, πρώτη ξαδέλφη του φόβου, να είναι η κυρίαρχος του πεδίου.

Υπάρχουν αυστηροί κανόνες στο παιχνίδι, κανείς δεν επιτρέπεται να μείνει εξαφανισμένος για πολύ ώρα, κανείς δεν πρέπει να απομακρυνθεί πολύ και η στιγμή που τους βρίσκουν είναι η στιγμή που το παιχνίδι τελειώνει, δίνοντας την ευκαιρία στους παίχτες να αρχίσουν να το παίζουν ξανά από την αρχή, μαζί με όλες τις κλεψιές και τις ελπίδες την επόμενη φορά, να μην τους βρουν οι μεν, ή να τους βρουν γρηγορότερα οι δε. Ένα παιχνίδι με αρχή μέση τέλος και επανάληψη (το ‘πιασες το νόημα;).

Το κρυφτό είναι ένα παιχνίδι που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος και όχι μόνο στην παιδική του ηλικία, ένα παιχνίδι που δοκιμάζει ταυτόχρονα την εξυπνάδα εκείνου που ψάχνει και την αποφασιστικότητα εκείνου που κρύβεται. Είναι η πιθανότητα να μπορέσεις να ξεφύγεις από την πρόθεση, την επιθυμία, να σε βρει, ένα άλλο συγκεκριμένο άτομο. Κάθε επιτυχημένο κρυφτό –με εξαίρεση τις τραγωδίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το κρυφτό είναι πάντοτε επιτυχημένο- καθησυχάζει τους παίχτες, αλλά και την κοινωνία που αυτοί ανήκουν, ό,τι κανείς τους δεν μπορεί να ξεφύγει, να το σκάσει, να πάει μακριά και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος τόπος, που να μπορεί αυτός να πάει, αν καταφέρει να ξεφύγει από τον διώκτη του.

Η ζαβολιά στο παιχνίδι –δηλ. η παραβίαση των κανόνων- είναι να βρεις ένα μέρος να κρυφτείς που να μην μπορεί να σε βρει κανείς, δηλ. να ξεφύγεις από τον κυνηγό σου. Η σπαζοκεφαλιά στο κρυφτό, το παράλογο δράμα που εμπεριέχει, είναι πως, το να σε βρουν σημαίνει ότι έχασες, ενώ το να μην σε βρουν, σημαίνει πως ακολουθείς κατά γράμμα τους κανόνες του παιχνιδιού.

Σε ένα τέτοιο παιχνίδι και οι δύο παίχτες είναι εγκλωβισμένοι, παγιδευμένοι, ανεξάρτητα σε ποιά θέση βρίσκονται, κανείς τους δεν μπορεί να ξεφύγει, κρύβονται, γνωρίζοντας, πως αυτό που κάνουν δεν είναι απόδραση. Αυτό που μοιράζονται είναι πως βρίσκονται εγκλωβισμένοι μαζί, κάπου, μέσα σε κάτι, –μια φούσκα, μια δημιουργία, έναν κόσμο- που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ανάγκη ή επιθυμία για συγκεκριμένα είδη αναγνώρισης και καθησυχασμού και από αυτό το κάτι, είναι αδύνατον να ξεφύγουν κι αν παρ ελπίδα το καταφέρουν, δεν υπάρχει τόπος να πάνε.

Υπάρχουν και κάποιοι παίχτες, που όταν παίζουν κρυφτό, απομακρύνονται τόσο πολύ, φεύγουν μακριά, που στην πραγματικότητα παύουν να παίζουν το παιχνίδι. Όταν αυτή η συμπεριφορά συνεχιστεί, οι υπόλοιποι παίχτες θα τρομάξουν στην αρχή, αλλά μετά από λίγο θα το συνηθίσουν και θα πάψουν να ασχολούνται με τους ζαβολιάρηδες. Ο ζαβολιάρης από την άλλη δεν έχει την υπομονή να περιμένει να τον βρουν ή να τους κάνει το χατίρι να παίζει με τους δικούς τους κανόνες και αρχίζει να φτιάχνει άλλους κανόνες δημιουργώντας δικό του παιχνίδι. Το ότι δεν παίζει το παιχνίδι με τους κανόνες που είναι ήδη γνωστοί, δεν σημαίνει για τους παίχτες, πως ο ζαβολιάρης καινοτομεί, σημαίνει από την δική τους σκοπιά πως δεν προσφέρει τίποτε στο παιχνίδι.

…και τι να πούμε για τα παιχνίδια των θεών, που δεν παίζουν για να κερδίσουν -είναι αυτονόητο αυτό κατά την άποψη τους- αλλά παίζουν γιατί βαριούνται και παίζουν με τα ανθρωπάκια, μα παίζουν και μεταξύ τους. …κι όλα αυτά, μέχρι να πέσει στον δρόμο τους ένας ζαβολιάρης, που δεν παίζει με τους κανόνες, ο κατεργάρης, που τους κάνει να δουν “τον Βούδα φαντάρο”!! Το αναφέρει και η μυθολογία, πως οι θεοκτόνοι ήταν πάντοτε άνθρωποι θνητοί, είναι πάντα ένας κατεργάρης που τους την φέρνει, εκεί που δεν το περιμένουν, από τον θείο εγωισμό και την θεϊκή αλαζονεία τους. Διάβασε για τα παιχνίδια των θεών
αλλά και για το τι τους περιμένει, γιατί ως γνωστόν, «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά».

Ο ζαβολιάρης ξέρει πως η ελευθερία του βρίσκεται στην αέναη πράξη της απελευθέρωσης του, η περιπέτεια είναι η η διαδικασία της απελευθέρωσης, όχι η ίδια η ελευθερία.

Ο ξεθωριασμένος πλέον μύθος του Αδάμ και της Εύας, είναι μια εκπληκτική μυθοπλασία, αποτυχημένης απόδρασης από το παιχνίδι του παραδείσου. Είναι η ιστορία μιας απόδρασης των ζαβολιάρηδων, που απέτυχε. Η παράβαση των κανόνων του παιχνιδιού, των νόμων που επέβαλε ο δημιουργός, ήταν να ανακαλύψουν, τι ακριβώς ήταν εκείνο από το οποίο ήταν αδύνατον να αποδράσουν. Αναζητώντας την γνώση που τους ήταν απαγορευμένη σχετικά με την φύση του θεού, ανακάλυψαν μόνο, το ό,τι θα έπρεπε να φοβούνται και να υποτάσσονται στον θεό. (!) Εκείνο που είναι σίγουρο, πέρα από οτιδήποτε άλλο σε αυτή την μυθοπλασία, είναι το πως δραματοποιεί την σχέση που υπάρχει μέσα στο μυαλό μας, ανάμεσα στην περιέργεια για το απαγορευμένο και την ικανοποίηση αυτής της περιέργειας με κάθε κόστος, γνωστό από πριν ή μη.

Μας δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο οι απόψεις μας, για την ελευθερία και την απελευθέρωση, εξαρτώνται από την ανακάλυψη, εκείνου που πρέπει να φοβόμαστε. Ανακαλύπτουμε πως είναι ο κόσμος, ικανοποιούμε την περιέργεια μας και εξασφαλίζουμε την μη επιστροφή στο ίδιο παιχνίδι, δοκιμάζοντας να παίξουμε με τον φόβο μας, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις μας πάνω του και στο τέλος προσπερνώντας τον, ξεφεύγουμε.

Η ηδονή που αισθάνεται κανείς με την απόδραση
, ακόμη και με την σκέψη της απόδρασης πριν καν δράσει προς αυτήν, μπορεί άνετα να αντικαταστήσει την ηδονή εκείνη, από την οποία τρέπεται προς φυγή και να γίνει ένα πολύ καλό υποκατάστατο της. Το ότι παρέχουν ένα παράδοξο είδος ικανοποίησης αποτελεί μέρος της επινοητικής φύσης και του φανταστικού πλούτου των επονομαζόμενων συμπτωμάτων. Μερικές φορές από τον τρόπο που οι άνθρωποι εξιστορούν τον τρόμο και τις απογοητεύσεις τους βλέπουμε πόσο μεγάλη ηδονική απόλαυση, νοιώθουν γι αυτές.

Είναι γεγονός πως κάτι υπάρχει στην ζωή του ανθρώπου από το οποίο θέλει να ξεφύγει, να αποδράσει, (τι να είναι αυτό άραγε;) –αυτό είναι ένα σημαντικό ερώτημα
– και ως συνεπακόλουθο με ποιούς τρόπους επιχειρεί αυτή την απόδραση; Ο άνθρωπος θέλει να αποδράσει από καθετί, από κάθε επιθυμία, που συνειρμικά μέσα στον νου του, του δημιουργεί ο πολιτισμός και τα κοινωνικά στάτους. Για να μπορέσει να το κάνει αυτό, είναι αναγκασμένος να επινοήσει μια γκάμα από στρατηγικές υπεκφυγών, τις οποίες ονομάζει άμυνες, καθώς και μια σειρά από τεχνάσματα που τα ονομάζει, συμπτώματα. Είναι το είδος τους πολιτισμένου ανθρώπου που θέλει να ξεφύγει, ούτε ο ίδιος δεν ξέρει από τι και που ονομάζεται επιστημονικά, νευρωτικός.

Εδώ μιλώ γι αυτόν, που απλά θέλει να ξεφύγει από, ότι νοιώθει πως τον καταπιέζει, υπαρκτό ή μη, κάνοντας τεράστιο σαματά, χωρίς να ξέρει πως αυτό δίνει δύναμη και ύπαρξη σε αυτό από το οποίο πασχίζει να ξεφύγει. Συνήθως παγιδεύεται στα δίκτυα αυτού από το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει. Είναι σαν τους τύπους που διατυμπανίζουν πως δεν θα πιαστούν στα δεσμά του γάμου, κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους να το αποφύγουν, με την ανάλογη φασαρία, δίνοντας σε αυτό από το οποίο θέλουν αν ξεφύγουν, τόσο μεγάλη δύναμη, που στο τέλος καταλήγουν νευρωτικοί και παντρεμένοι. Όχι αυτό δεν είναι απόδραση, ούτε καν προσπάθεια απόδρασης.

Ο πολιτισμός, ο εγκλωβισμός στα κλουβιά που αποκαλούν σπίτια και ο εκπολιτισμός του ανθρώπου, φαίνεται πως είναι τελικά το να μαθαίνει κανείς τι να αποφεύγει μάλλον, παρά τι να κάνει ή να επιθυμεί. Έχουμε ολόκληρες λίστες και κοινωνικές ομάδες, που κύρια ασχολία τους, είναι να καταγράφουν τι δεν είναι αποδεκτό, που αφιερώνουν τεράστιο χρόνο στην παραγωγή λεπτομερειών περιγραφής όλων εκείνων που δεν θέλουν καθώς και των τρόπων που πρέπει να αποκλειστούν.

Η ανατροφή των παιδιών είναι μια σειρά από απαγορεύσεις και αποφυγές, πρωτίστως και κατόπιν προτροπών. Η εκπαίδευση διδάσκει στους ανθρώπους να κρατούν αποστάσεις και να αποφεύγουν, αν είναι δυνατόν, από ορισμένα είδη πίστης, από κάποιες επιθυμίες, σκέψεις, καταστάσεις, ακόμη και ανθρώπων. Το να μαθαίνει κάποιος να κάνει διακρίσεις, να μιλάει, να σκέφτεται ή να επιλέγει σημαίνει να μάθει να αποκλείει, όλα αυτά που του έχουν μάθει να αποκλείει, για να μπορεί να παίξει το παιχνίδι της κοινωνίας, του πολιτισμού και να είναι αποδεκτός.

Πως λοιπόν κάποιος γίνεται ζαβολιάρης δηλ. μη αποδεκτός
και τι άλλο μπορεί να κάνει ένα παιχνίδι, με όποιον γίνεται ζαβολιάρης, πέρα από το να τον βγάλει από το παιχνίδι;

Οι μύθοι έχουν συχνά για θέμα τους την αδυναμία απόδρασης, την οδυνηρή ανακάλυψη ότι υπάρχουν πανίσχυρα δεσμά και περιορισμοί που δεν επιτρέπουν την απελευθέρωση και ο ήρωας είναι αδύνατον να ξεφύγει. Συνήθως και μάλλον σκόπιμα, δεν διηγούνται ιστορίες ανθρώπων που καταφέρνουν να ελευθερωθούν, που ξεφεύγουν, αλλά ιστορίες για την προσπάθεια τους να πετύχουν την ελευθερία τους και που συνήθως αποτυγχάνουν, γιατί οι θεοί-τιμωροί δεν επιτρέπουν, την φιλοδοξία ή την ανυπακοή. Μας διηγούνται ιστορίες ανθρώπων που η ζαβολιά τους, η παραβατικότητα τους, αποδεικνύεται στο τέλος ένα μάθημα για τους υπόλοιπους και εκπληκτικό εργαλείο χειραγώγησης της μάζας, για τους θεούς-επικυρίαρχους. Ο Οιδίποδας, ο Προμηθέας, ο Νάρκισσος, η Αντιγόνη υποχρεώνονται όλοι, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, να υποστούν την πιο βίαιη καταδίκη, σαν τιμωρία στο ατόπημα τους, στην ανυπακοή, και στην επιλογή τους, να είναι ο ζαβολιάρης του παιχνιδιού.

Το γεγονός ό,τι πρέπει να υπάρχουν κάποια πράγματα από τα οποία δεν μπορεί να διαφύγει κανένα πλάσμα, ανθρώπινο, μυθικό ή θεϊκό –είτε αυτά είναι νόμοι, φυσικοί ή ηθικοί, είτε επιθυμίες, που με διάφορους τρόπους ορίζονται ως καλές ή κακές, ηθικές ή ανήθικες, είτε πρόκειται για βιολογικούς περιορισμούς αναγκαιότητας, δηλ. η ανάγκη να τρεφόμαστε, να αναπνέουμε, να ζούμε, να πεθαίνουμε, αλλά και το γεγονός ό,τι όλοι αυτοί οι περιορισμοί πρέπει να αναγνωριστούν, να παρατηρηθούν, να μετρηθούν, αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της αντίληψης που έχουμε για τον εαυτό μας, καθώς και των τρόπων που αναρωτιόμαστε, ποιοί είμαστε και τι κάνουμε εδώ.

Κάθε φορά που κάτι μπορεί να περιγραφεί ως κάτι άλλο από αυτό που ήδη γνωρίζουμε πως είναι –όταν πχ. η γη γίνεται στρογγυλή από επίπεδη έτσι ώστε να μην μπορούμε να πέσουμε, όταν η αμαρτία, το καλό, η αγάπη, χρησιμοποιούνται ως δόλια μορφή κοινωνικού ελέγχου και εργαλεία μαχών και κατάκτησης και ούτω καθ’ εξής – τότε αλλάζουμε την θέση μας στον κόσμο. Αυτό που είναι σημαντική ερώτηση και χρήζει απάντησης είναι… Μετά από κάθε ζαβολιά ή παραβατικότητα ποιά είναι εν τέλει η διαφορά, τι μένει το ίδιο μετά την κατεργαριά; Μένει κάτι το ίδιο;

Ο καλύτερος τρόπος για να τραβήξεις την προσοχή των ανθρώπων είναι να γνωστοποιήσεις πως σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, κάποιος θα προσπαθήσει να κάνει κάτι για να ελευθερωθεί κι αν δεν το καταφέρει θα έχει ως συνέπεια τον θάνατο του. Για να τραβήξεις την προσοχή των ανθρώπων πρέπει ο θάνατος να αποτελεί κομμάτι αυτού που κάνεις, να εμπεριέχει το ρίσκο, το δράμα της αποτυχίας και της επιτυχίας επεξεργασμένο και προσαρμοσμένο σε μια ασυνήθιστη αρένα. Ο ταυρομάχος αναμετριέται τόσο με τον ταύρο, όσο και με τα όρια του εαυτού του ταυτοχρόνως και οι θεατές γνωρίζουν από πριν, πως μέσα στην αρένα υπάρχει και ένας τρίτος παίχτης, ο θάνατος.

Ένα σημαντικό κομμάτι του κρυφτού, είναι το ότι δεν υπάρχουν εκπλήξεις, κάθε παίχτης κρύβεται πάντα κάπου που μπορεί να βρεθεί. Δεν αποδρά, δεν ελευθερώνεται, απλά κρύβεται προσωρινά μέχρι να επιστρέψει στην πρότερη κατάσταση. Είναι μια φυγή από κάτι στο οποίο πάντα επιστρέφει ο παίχτης. Αυτό είναι φυγή και όχι απελευθέρωση. Η επιθυμία να τραπείς σε φυγή, υποδηλώνει κάποια συγγένεια με αυτόν από τον οποίον πασχίζεις να κρυφτείς. Το να αντισταθείς σε κάποιον ή έστω να του κρυφτείς, ακόμη κι αν πρόκειται για τον θεό ή τους θεούς ή οποιονδήποτε άνθρωπο ή κατάσταση, είναι ο μοναδικός τρόπος για να τον σκεφτείς. Τον να τον σκεφτείς όμως έστω και σκεπτόμενος πως θα του ξεφύγεις, του δίνεις μονάδες προσοχής, δηλ. ύπαρξη. Επομένως η παρόρμηση να γίνεις ζαβολιάρης και να εξαφανιστείς, είναι ταυτόχρονα η μυστική ευφυΐα που διαθέτει το παιχνίδι για να σιγουρέψει την επιστροφή σου.

Έναν ζαβολιάρη τον αφήνει το σύστημα-παιχνίδι να αποδρά με την σιγουριά πως θα επιστρέψει, για να αποδράσει ξανά και ξανά στο διηνεκές. Κάπως όπως οι καταστηματάρχες που γνωρίζουν πως ο καταναλωτής θα καταναλώσει ξανά και ξανά και ξανά, με παραπλήσιο τρόπο. Του δίνει το παιχνίδι, μικρές στάλες ελπίδας, ίσα ίσα για να τον κρατά σε εγρήγορση και έλεγχο, αλλά ποτέ μεγάλη ελπίδα, αυτή πρέπει να ελέγχεται και να κατευθύνεται με πολύ προσοχή. Δεν παίζουνε με τις πιθανότητες να ξεφύγουν τα παιχνίδια, από το παιχνίδι-δημιουργία!!! Ελπίδες δίνουν, μικρές και σε λίγες δόσεις, για να μην έχουν οι θεοί εκπλήξεις και χάσουν και την μπάλα και το παιχνίδι.

Υπάρχουν αποδράσεις που είναι εύκολες και δεν θα μάθει ποτέ η μάζα, πόσο εύκολες είναι, υπάρχουν, και το παιχνίδι-σύστημα, τις διαθέτει προς χρήση, με μεγάλη χαρά, νέα παιχνίδια από τα οποία να μπορεί κάποιος ζαβολιάρης, να αποδράσει ξανά και ξανά, αρκεί να εξασφαλιστεί ό,τι θα επιστρέψει πίσω, ξανά και ξανά. Η μάζα δεν χρειάζεται να ξέρει αν η απόδραση από το παιχνίδι, είναι εύκολη ή δύσκολη, αν είναι κάτι που μπορεί να το κάνει ο καθένας ή χρειάζεται κάποιος με ιδιαίτερες ικανότητες. Αν είναι κάτι προσεγγίσιμο ή απόκρυφο, αν προορίζεται για λίγους εκλεκτούς ή είναι μια ευκαιρία για όλους. Με απλά λόγια παραμένει πάντα αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με το τι από τα δύο συμβαίνει. Είναι εύκολο, είναι δύσκολο και για ποιόν εν τέλη είναι η απόδραση;

Αν θέλεις να γίνεις άσσος στην απόδραση πρέπει πρώτα να βρεθείς εγκλωβισμένος και αν θέλεις να είσαι ζαβολιάρης πρέπει να έχεις την απαιτούμενη ενέργεια, για να αναλάβεις την ευθύνη της απόδρασης και να μην επιστρέψεις.

Για να το πετύχεις αυτό, αλλά και να εξασφαλίσεις την μη-επιστροφή, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αποδράσεις χωρίς να προξενήσεις ζημιά στο παιχνίδι, χωρίς να διαλύσεις την κλειδαριά, χωρίς να σπάσεις τον πάγο, χωρίς να σε πάρει χαμπάρι κανένας. Χωρίς να υπάρξει κανενός είδους βία και όταν αποδράσεις, όλα πίσω σου θα φαίνονται όπως ήταν πριν. Η μεγάλη ψευδαίσθηση και η μεγάλη αλήθεια ταυτόχρονα, είναι το ό,τι τίποτα δεν έχει αλλάξει μετά την απόδραση του ζαβολιάρη, ούτε το παιχνίδι, ούτε οι άλλοι παίχτες, και παρ’ ολ’ αυτά, όλα είναι διαφορετικά, μόνο που κανένας δεν μπορεί να εκφράσει με λέξεις, τι είναι αυτό το διαφορετικό. Αλλά υπάρχει.

Η απόδραση χωρίς την πρόθεση της επιστροφής, από την μεριά του ζαβολιάρη, είναι κυριολεκτικά μια επανάσταση, μια ριζική και εκ βάθρων αναδιάταξη των μορφών, χωρίς στην ουσία να τροποποιήσει καμία και τίποτε από αυτές και ταυτόχρονα να μην είναι καθόλου ίδιες μετά την απελευθέρωση. Όλο αυτό πρέπει να γίνει χωρίς κανένα εμφανές ίχνος σκληρής προσπάθειας, τόσο εύκολα και φυσικά όπως η αναπνοή του. Ναι είναι η ύψιστη μορφή τέχνης, της οποίας η επιτυχία βρίσκεται στο ότι η δυσκολία της είναι κρυμμένη, φευγαλέα και απατηλή.

Κάθε άνθρωπος και κάθε ηθικολόγος, έχει την δική του εκδοχή ηθικών επιλογών. Οι κακές επιλογές συνήθως αποκαλούνται τάσεις φυγής από την πραγματικότητα, ενώ οι καλές αποκαλούνται ιδανικά και αξίες. Αφού μόνοι μας έχουμε φτιάξει αυτές τις διακρίσεις, άρα και μόνοι μας μπορούμε να τις καταργήσουμε, αν έχουμε την απαιτούμενη ενέργεια γι αυτό κι αν μας το επιτρέψουν αυτοί που έχουν συμφέρον να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και το παιχνίδι να παίζεται με τους συνήθεις κανόνες.

Από την άλλη υπάρχει ο ζαβολιάρης, που ποσώς ενδιαφέρεται για τους κανόνες του παιχνιδιού που επέβαλε ο δημιουργός, αδιαφορεί, έχοντας ΜΟΝΑΔΙΚΟ και ΑΚΑΜΠΤΟ ΣΚΟΠΟ, να ξεγελάσει τον δημιουργό και να αποδράσει. Αν το καταφέρει; Θα το αντιληφθεί, από το πόσο άψογος είναι στην ζωή του και την ώρα του θανάτου του.

Λέξη-σαφήνιση σύμφωνα με το νεοελληνικό λεξικό.

ξεφεύγω: [ksefévγo] Ρ αόρ. ξέφυγα, απαρέμφ. ξεφύγει : 1.κατορθώνω να απομακρυνθώ από έναν κίνδυνο, μια δύσκολη κατάσταση ή από κτ. που με καταδιώκει· διαφεύγω: Tους ξέφυγε τρέχοντας. Ξέφυγε περνώντας νύχτα μέσα από τις γραμμές των εχθρών. || Tον στρίμωξαν για τα καλά με τις ερωτήσεις, αλλά αυτός κατάφερε να ξεφύγει. || Δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τη μιζέρια. Θέλω να ξεφύγω λίγο από την καθημερινή μονοτονία.

2. (συνήθ. με γεν. προσώπου) α. για κτ. που φεύγει, που μετακινείται από μια θέση όπου βρίσκεται: Mου ξέφυγε το ποτήρι από το χέρι. Ξέφυγαν τα σημάδια που είχα βάλει. Όλα είναι τακτικά· τίποτα δεν ξεφεύγει. β. για κτ. του οποίου χάνουμε τον έλεγχο: Tου ξέφυγε το τιμόνι και έριξε το αυτοκίνητο στη θάλασσα. Πρόσεξε μη σου ξεφύγει το ψαλίδι και καταστρέψεις το ύφασμα. Tο αυτοκίνητο ξέφυγε από την πορεία του και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα, άλλαξε πορεία. || Tου ξέφυγε ένα χασμουρητό / μια στριγκλιά / μία (πορδή). || (μτφ.): Ξέφυγα λίγο από το πρόγραμμά μου. Mην ξεφεύγεις από το θέμα. Ξέφυγε από το σωστό δρό μο, παραστράτησε.

3. από επιπολαιότητα, έλλειψη προνοητικότητας ή απροσεξία λέω κτ. που δεν πρέπει: Tου ξέφυγαν βαριές κουβέντες. Πρόσεξε μη σου ξεφύγει τίποτα!, μην πεις τίποτα.

4. μένω απαρατήρητος, δεν υποπίπτω στην αντίληψη, στην προσοχή κάποιου: Σ΄ αυτό το κείμενο έχουν ξεφύγει πολλά λάθη. Tίποτα δεν του ξεφεύγει!, όλα τα παρατηρεί, όλα τα προσέχει. ΦΡ ~ από του χάρου* τα νύχια. 5. (οικ.) για κτ. που διαφέρει, που παρουσιάζει κτ. το ιδιαίτερο σε σχέση με άλλα παρόμοια: Tο φόρεμα αυτό ξεφεύγει από τα συνηθισμένα.

[μσν. ξεφεύγω < εξεφεύγω με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < αρχ. ἐκφεύγω (ἐκ- > ξε-)]

απόδραση η [apóδrasi]: Δραπέτευση που γίνεται συνήθ. σε μεγάλη κλίμακα και με βάση συγκεκριμένο σχέδιο: H ~ των καταδίκων / των αιχμαλώτων. Απόπειρα απόδρασης. || (μτφ.): ~ από την καθημερινότητα της πόλης με μια εκδρομή στο βουνό.

[λόγ. < αρχ. ἀπόδρα(σις) -ση]διαφυγή η [δiafijí]: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαφεύγω. 1. απόδραση και διάσωση: Ελέγχονται οι έξοδοι της χώρας, για να εμποδιστεί η ~ του καταζητούμενου σε γειτονικές χώρες. || (μτφ.): Δεν υπάρχει δυνατότητα / οδός διαφυγής για τον άνθρωπο που έχει εγκλωβιστεί στις σύγχρονες πόλεις. || ~ κεφαλαίων στο εξωτερικό, λαθραία εξαγωγή. 2. διαρροή, απώλεια υγρού ή αερίου από δοχείο, αγωγό κτλ. κρυφτό το [kriftó]: ομαδικό παιδικό παιχνίδι, στο οποίο ο ένας από τους παίκτες προσπαθεί να βρει πού έχουν κρυφτεί οι υπόλοιποι. ΦΡ παίζω* ~. [ουσιαστικοπ. ουδ. του μσν. επιθ. κρυφτός < αρχ. κρυπτός με ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] ]

κρυφτούλι το [kriftúli]: 1. το κρυφτό. 2. (μτφ., οικ.) συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές και κρυψίνοια. [κρρυφτ(ό) -ούλι]

θάνατος ο [θánatos]: 1. η οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός ζωντανού οργανισμού. ANT γέννηση, ζωή: Ποσοστό γεννήσεων και θανάτων σε μια χώρα. Φυσιολογικός / βίαιος / αιφνίδιος / φυσικός* ~. ~ από αρρώστια / από γεράματα / από δυστύχημα. Φέτος συνέβησαν πολλοί θάνατοι από τροχαία ατυχήματα. Kαταδίκη σε θάνατο. Ποινή θανάτου. Όπλα που σκορπούν το θάνατο. Aγγελτήριο θανάτου. Ληξιαρχική πράξη θανάτου και ως έκφραση για κτ. που οδηγείται στο τέλος του, στην παρακμή, στην καταστροφή: Tο ντοπάρισμα των αθλητών και η εμπορευματοποίηση αποτέλεσαν τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της ολυμπιακής ιδέας. Kίνδυνος-~, ως απαγορευτική ένδειξη υψηλού κινδύνου. Ελευθερία ή ~, ως σύνθημα, ιδίως για τον αγώνα του 1821. || Σιγή θανάτου, απόλυτη, νεκρική. || (ιατρ.) κλινικός* ~. || (εκκλ.) H μετά θάνατον ζωή. || (έκφρ.) δεν είναι κτ. για θάνατο / προς θάνατον, δεν πρέπει κτ. να μας στενοχωρεί υπερβολικά. ΦΡ μεταξύ ζωής* και θανάτου. ζήτημα* ζωής και θανάτου. στη ζωή* και στο θάνατο. ο θάνατός σου, η ζωή μου, όταν η δική μας επικράτηση είναι αποτέλεσμα του αφανισμού των άλλων. λευκός* ~, η ηρωίνη. παλεύω με το θάνατο, χαροπαλεύω. 2. για πολύ δύσκολο και επικίνδυνο εγχείρημα: Γύρος / πήδημα / άλμα θανάτου, που επιχειρούν συνήθ. ακροβάτες. Aποστολή θανάτου, στρατιωτικού συνήθ. αποσπάσματος. (έκφρ.) μέχρι θανάτου: α. ως το έσχατο όριο: Aγώνας μέχρι θανάτου, αδυσώπητος, αμείλικτος. β. πάρα πολύ, υπερβολικά: Περίλυπος / πιστός μέχρι θανάτου. Mίσος μέχρι θανάτου. μετά θάνατον, για το ύστερα από το θάνατο χρονικό διάστημα. 3. (μτφ.) α. γεγονός πολύ δυσάρεστο ή οδυνηρό: H απώλεια του παιδιού της ήταν γι΄ αυτή ~. β. γεγονός ιδιαίτερα βλαπτικό, επιζήμιο: Tο τσιγάρο είναι ~ για την υγεία. γ. εξαφάνιση, καταστροφή: Ο ~ του ρομαντισμού / της δημοκρατίας / του φασισμού. Πολιτικός ~, πολιτική καταστροφή κάποιου. Ψυχικός ~, θάνατος της ψυχής εξαιτίας αμαρτιών. || ΦΡ για ζωή* και για θάνατο.

ελευθερία η [elefθería]: η απουσία περιορισμού, η ιδιότητα ή η κατάσταση εκείνου που δεν εμποδίζεται ή δε δεσμεύεται από κανέναν εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα: Εσωτερική / εξωτερική ~. Aπόλυτη ~. Tο αγαθό της ελευθερίας. H ~ σκέψης / δράσης. || H ~ της βούλησης (ενός ατόμου), η ικανότητά του να αποφασίζει και να ενεργεί ανεξάρτητα από κάθε εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα. || (ειδ.) ό,τι οι νόμοι επιτρέπουν να πράττει ή να μην πράττει κάποιος: Aστικές / πολιτικές / ατομικές ελευθερίες. Θρησκευτική / προσωπική ~. Οι ελευθερίες του ατόμου / του πολίτη. ~ λόγου. ~ του τύπου. Aκαδημαϊκές* ελευθερίες. || (για κράτη, έθνη) η μη εξάρτηση από την εξουσία ή την κυριαρχία άλλου κράτους· λευτεριά. ANT δουλεία, σκλαβιά: Εθνική ~. ~ ή θάνατος*. H ~ των λαών. || Tο δέντρο της Ελευθερίας. Tο άγαλμα της Ελευθερίας, στη Nέα Yόρκη. [λόγ. < αρχ. ἐλευθερία]

ΠΗΓΗ

Loading...

Be the first to comment

Σχολιάστε

To e-mail σας δεν θα δημοσιευθεί