14:37 - 16/12/2014

Δύο Λεπτά Μίσους – η καθημερινή προπαγάνδα για τις μάζες

dyo-lepta-misos

«Η προκαλούμενη συλλογική αγωνία οδηγεί την λαϊκή μάζα να συνεργαστεί με τον δυνάστη της» – “ J.P. Morin, ‘SECTARUS. Le violeurde conscience’

Προπαγάνδα : οι πληροφορίες, οι ιδέες, οι απόψεις ή οι εικόνες που δίνουν συχνά μόνο το ένα μέρος μιας (πολιτικής κυρίως) διαφωνίας, και οι οποίες εκπέμπονται, δημοσιεύονται ή με κάποιον άλλο τρόπο διαδίδονται με την πρόθεση να επηρεάσουν και να διαμορφώσουν τις απόψεις των μαζών, να χειραγωγήσουν τις σκέψεις τους και να ποδηγετήσουν τις αποφάσεις τους.

Τα ‘Δύο Λεπτά Μίσους’

Τα ‘Δύο Λεπτά Μίσους’ (Two Minutes Hate), προέρχονται από το κλασσικό δυστοπικό μυθιστόρημα του George Orwell, «Χίλια Εννιακόσια Ογδόντα Τέσσερα» ή «1984». Στην Oceania (Ωκεανία), την χώρα που βρίσκεται κάτω από το απολυταρχικό καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού (Big Brother), όπου επίσημη ιδεολογία είναι το Ingsoc (English Socialism), επίσημη γλώσσα το ‘Newspeak’, η δε Αστυνομία της Σκέψης (Thought Police) εντοπίζει και τιμωρεί τα ‘εγκλήματα σκέψης’ (thoughtcrime), υπάρχει η ώρα των ‘Δύο Λεπτών Μίσους’, ενός καθημερινού «διαλείμματος», όπου τα μέλη του Κόμματος πρέπει να παρακολουθήσουν μια ταινία σε τηλεοθόνες, στις οποίες απεικονίζονται οι «εχθροί του Κόμματος» και να εκφράσουν το μίσος τους για αυτούς. (Ο Όργουελ εμπνεύστηκε κατά πολύ την Ωκεανία του από την Σοβιετική Ένωση της εποχής του Στάλιν, ο οποίος αποτέλεσε και την πηγή έμπνευσής του για τον μυστακοφόρο ‘Μεγάλο Αδερφό’).

Η ταινία και το συνοδευτικό ακουστικό και οπτικό υλικό είναι μια μορφή πλύσης εγκεφάλου στα μέλη του κόμματός. Σκοπός της ταινίας είναι να ικανοποιήσει τα υποτονικά αισθήματα των πολιτών και να κατευθυνθεί κάθε υποσυνείδητο συναίσθημα κατά του καθεστώτος προς τους εξωτερικούς εχθρούς (που πιθανόν να μην υπάρχουν καν). Έτσι το καθεστώς καταφέρνει από την μία να ελαχιστοποιεί κάθε ανατρεπτική σκέψη και συμπεριφορά και από την άλλη να γεμίζει τις καρδιές των μαζών και τα μυαλά τους με άσβεστο μίσος και απέχθεια για αυτούς τους «βάρβαρους», όπου ξεχωρίζει ο κύριος «εχθρός», κάποιος ονόματι Emmanuel Goldstein. Είναι δε τόσο το μίσος που καλλιεργείται που οι υπνωτισμένοι και χειραγωγούμενοι οπαδοί του κόμματος – τηλεθεατές κραυγάζοντας πετάνε αντικείμενα στον «εχθρό» που εμφανίζεται στις τεράστιες τηλεοθόνες.

Τα Δύο Λεπτά Μίσους συνιστούν ένα εξαιρετικά ισχυρό κομμάτι της καθεστωτικής προπαγάνδας, στο οποίο τα μέλη του κόμματος είναι υποχρεωμένα να συμμετέχουν σε καθημερινή βάση. Σε μια συγκεκριμένη ώρα κάθε μέρα, τα μέλη του Κόμματος διακόπτουν κάθε εργασία τους και συγκεντρώνονται μπροστά από τεράστιες οθόνες τηλεόρασης που δείχνουν μια εικόνα του Emmanuel Goldstein ο οποίος περιγράφεται ως «ο εχθρός του λαού». Αν και το πρόγραμμα διαφέρει από μέρα σε μέρα, πάντοτε στο πρόγραμμα εμφανίζεται ως κύρια φιγούρα ο Goldstein.

Στην ταινία, το πρόσωπό του Goldstein μεταμορφώνεται σε πρόβατο καθώς οι στρατιώτες του εχθρού στρέφουν τα όπλα τους προς τους θεατές με έναν στρατιώτη να στρέφει το αποκρουστικό του πρόσωπο στην οθόνη και να ρίχνει με πολυβόλο με μανία. Τελικά εμφανίζεται η μορφή του Big Brother στο τέλος των δύο λεπτών και οι ψυχικά, συναισθηματικά και σωματικά εξαντλημένοι θεατές φωνάζουν «ΒΒ! … ΒΒ!» ξανά και ξανά, τελετουργικά.

Το Δύο Λεπτά Μίσους είναι σημαντικά, διότι δίνουν στους ανθρώπους ένα στόχο στον οποίο επικεντρώνουν το μίσος τους, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν την αγάπη που πρέπει να αισθάνονται για το Κόμμα και τον Big Brother.

Ίσως η πιο σημαντική πτυχή των Δύο Λεπτών Μίσους είναι, όταν τελειώνουν τα δύο λεπτά και η εικόνα του Goldstein αντικαθίσταται από την καθησυχαστική εικόνα του Big Brother. Με την αντικατάσταση της εικόνας του «εχθρού» με την εικόνα του «ήρωα», ο ρόλος του ήρωα ενισχύεται και η εξάρτηση από αυτόν γίνεται πιο εμφανής. Είναι η αποθέωση της δύναμης που έχει η προπαγάνδα και του πόσο εύκολο είναι για το Κόμμα να ελέγχει τις απόψεις και τις γνώμες των μαζών, καθότι έχουν καταληφθεί από ένα συναισθηματικό ντελίριο. Τα συνθήματα που εμφανίζονται μετά την εικόνα του Big Brother αποτελούν μια μορφή πλύσης εγκεφάλου, καθώς τα ίδια και τα ίδια συνθήματα εμφανίζονται καθημερινά και έτσι η πίστη και η συμμόρφωση στα συνθήματα είναι ο κανόνας.

Ποιος είναι ο Goldstein

Ο Emmanuel Goldstein, ο κύριος εχθρός του κράτους, είναι ο επικεφαλής μιας μυστηριώδους (και ενδεχομένως πλασματικής) οργάνωσης που ονομάζεται «Η Αδελφότητα». Ο κόσμος μαθαίνει για αυτόν μόνο μέσα από τις τηλεοθόνες, όπου εμφανίζεται το πρόσωπό του απειλητικό και απεχθές και κάθε αναφορά σε αυτόν γίνεται με αρνητικά χρώματα.

Σύμφωνα με το μυθιστόρημα, ο Goldstein φημολογείται ότι είναι κάποιο πρώην υψηλόβαθμο μέλος του Κόμματος και πρώιμος συνεργάτης του ηγέτη του, του «Big Brother», αλλά που έχει τώρα αποσχιστεί και έχει δημιουργήσει την «Αδελφότητα». Αυτός ο «προδότης» τολμά να αμφισβητεί τα «ιερά» δόγματά του Κόμματος, ζητώντας ελευθερία στον Τύπο, ελευθερία στον λόγο και ελευθερία στην σκέψη.

Ο Winston είχε ακούσει τους ιστορία που όλοι ψιθύριζαν, για ένα φοβερό βιβλίο, μια επιτομή όλων των αιρέσεων, του οποίου ο Goldstein ήταν ο συγγραφέας και που άρχισε να κυκλοφορεί κρυφά εδώ και εκεί. Ήταν ένα βιβλίο χωρίς τίτλο. Οι άνθρωποι που αναφέρονταν σε αυτό, όποτε αναφέρονταν, το έλεγαν απλά «το βιβλίο».

Το μυθιστόρημα αφήνει αναπάντητο το ερώτημα για το αν ο Goldstein ή «Η Αδελφότητα» υπάρχουν πραγματικά. Ίσως είναι τελικά, μια επινόηση του λεγόμενου Υπουργείου Αλήθειας. Όταν ρωτήθηκε από τον πρωταγωνιστή Winston, το μέλος Εσωτερική Κόμμα O’Brien απάντησε ως εξής:

– Ουίνστον: Μήπως υπάρχει η Αδελφότητα;

– O’Brien: Αυτό Ουίνστον, δεν θα το μάθεις ποτέ. Αν επιλέξουμε να σε αφήσουμε ελεύθερο όταν θα έχουμε τελειώσει μαζί σου, και αν ζεις στα ενενήντα σου, ποτέ δεν θα μάθεις αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι Ναι ή Όχι. Όσο ζεις θα είναι ένα άλυτο αίνιγμα στο μυαλό σου.

Πολλοί θεωρούν ότι την φιγούρα του εχθρού Goldstein, ο Όργουελ την εμπνεύστηκε από τον Λέον Τρότσκι. Ο Τρότσκι που γεννήθηκε ως Lev Bronshtein, (εβραϊκής καταγωγής) ήταν στενός συνεργάτης του Λένιν και αργότερα ο κύριος αντίπαλος του Στάλιν, ο οποίος στο τέλος τον κατήγγειλε ως προδότη και τον έδιωξε από τη Σοβιετική Ένωση το 1927. Κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Εκκαθαρίσεων του 1930, η προπαγάνδα του Στάλιν πάντα απεικόνιζε τον Τρότσκι ως υποκινητή όλων των φερόμενων σχεδίων δολιοφθοράς. Το 1940, δολοφονήθηκε στο Μεξικό από τον Ramón Mercader, ένα σταλινικό πράκτορα, που του διέλυσε με αξίνα το κεφάλι.

Η Εβδομάδα μίσους (The Hate Week)

Αν τα Δύο Λεπτά Μίσους μπορεί να θεωρηθούν ως μια καθημερινή υπενθύμιση του ποιον πρέπει να απεχθάνονται και να περιφρονούν οι μάζες και ποιον να αγαπάνε και να λατρεύουν, τότε η Εβδομάδα Μίσους μπορεί να θεωρηθεί ως μια ετήσια γιορτή μίσους που απαιτεί μεγάλη προετοιμασία και προσπάθεια για να κυλήσει ομαλά η εορταστική εβδομάδα, με συναντήσεις, στρατιωτικές παρελάσεις, διαλέξεις, προβολές ταινιών, τραγούδια, συνθήματα, όλα δε τα προγράμματα πλήρως οργανωμένα. Ο σκοπός αυτών των προγραμμάτων που λειτουργούν ως εργαλεία προπαγάνδας, είναι διπλός. Δημιουργούν «ενότητα» σε εκείνους που προετοιμάζουν την Εβδομάδα Μίσους και επικεντρώνουν το μίσος προς τον εχθρό.

Ο έλεγχος του μυαλού και ο απαραίτητος «εχθρός»

Όταν η προπαγάνδα «αγάπης» για το Κόμμα δεν αποδίδει τα μέγιστα, πρέπει να κάνει την εμφάνισή του ο «εχθρός». Πάντα πρέπει να υπάρχει ένας «εχθρός» που θα συγκεντρώνει το μίσος των μαζών, ώστε το σύστημα να συνεχίζει να ζει και να μακροημερεύει, χωρίς έντονες αμφισβητήσεις και ενοχλητικές διαμαρτυρίες. Η προπαγάνδα μέσω της τηλεόρασης είναι το τέλειο εργαλείο για την χειραγώγηση των τηλεόπληκτων μαζών.

Η δημιουργία ενός καθοδηγούμενου κοινωνικού συνόλου με την προώθηση ψευδών, παραφουσκωμένων, παραποιημένων, παραπλανητικών και χαμηλότατου επιπέδου ειδήσεων και απόψεων, είναι η συνομωτική επιδίωξη της τηλεόρασης και των ΜΜΕ, που ενώ πάντοτε παρουσιάζονται ως «αντικειμενικά», «πολυφωνικά» και αυτο-διαφημίζονται ως «προασπιστές της δημοκρατίας», είναι πλήρως καθοδηγούμενα και εξυπηρετούν πάντοτε συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Το σύστημα εργάζεται σκληρά, γνωρίζοντας πόσο εύκολο είναι να ελέγχει το μυαλό ενός αποβλακωμένου πληθυσμού που τον εκπαιδεύει καλά εδώ και χρόνια, μέσω της κοινωνικής μηχανικής, στο να μην αμφισβητήσει ποτέ το «Κόμμα», το σύστημα, την εξουσία (ή και την λεγόμενη «δημοκρατία»), ποτέ να μην σκεφτεί έξω από τα «καθορισμένα πλαίσια», έξω από αυτά που του λένε οι «ειδικοί», ποτέ να μην ζητήσει λογοδοσία και ποτέ να μην κάνει σκέψεις και έρευνες μόνος του, αλλά να αφήσει το μυαλό του να γίνει ένα άδειο δοχείο για γέμισμα και μια «χωματερή πληροφοριακών απορριμμάτων». Εύκολα χειραγωγείται ένας τέτοιος πληθυσμός και είναι έτοιμος να πιστεύει, από πολύ μικρή ηλικία, οτιδήποτε προέρχεται από την τηλεόραση ως «ιερό», ως κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Και το αντίθετο. Αφού «δεν το έδειξε η τηλεόραση», δεν υπάρχει, δεν έγινε. Ό,τι και να μου πεις δεν το πιστεύω. Είναι θλιβερό, αλλά η έκφραση «το είπε ή το έδειξε η τηλεόραση» έχει ακόμη δύναμη στον σύγχρονο μαζάνθρωπο. Ό, τι βλέπει είναι η πραγματικότητα και ό, τι ακούει είναι η αλήθεια. Γνωστοί καλογυαλισμένοι παρουσιαστές και δημοσιογράφοι, με ύφος σοβαρό και άλλοτε πιο «φιλικό», με αέρα «σταρ» και ταμπέλα «αντικειμενικής» δημοσιογραφίας, εισχωρούν κάθε μέρα στο σπίτια των μαζανθρώπων και παρουσιάζονται ως «αξιόπιστες προσωπικότητες», οι απόψεις των οποίων σπάνια, αν όχι ποτέ, τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Το σύστημα έχει τελειοποιήσει την μηχανορραφία της προπαγάνδας του, κατασκευάζοντας τις «πραγματικότητες» που εκείνο θέλει για την κοινωνία, ανεξάρτητα από την αλήθεια, και πάντα προς όφελός του. Όποια και αν είναι η πραγματικότητα που θέλει να δημιουργήσει και να διαδώσει γρήγορα, αυτή απορροφάται από έναν πληθυσμό που είναι πρόθυμος να τρέφεται από τους μαστικούς αδένες της τηλεόρασης. Το σύστημα, (κυβέρνηση, επιχειρηματικά συμφέροντα και «βαρόνοι» των ΜΜΕ) εδώ και χρόνια τα καταφέρνουν μια χαρά να λένε πώς και τι πρέπει να σκέφτονται οι μάζες, πώς να ενεργούν ή πώς να μην ενεργούν, πως να υπακούν, ποιους να υπακούουν, ποιους να «εμπιστεύονται» και να ακολουθούν, ποιους να περιφρονούν και να «απομονώνουν», ποιους να «σπλαχνίζονται» και ποιους να απαξιούν, ποιους να αγαπάνε και ποιους να μισούν, ποιους να βλέπουν ως «καλούς», ποιους ως «κακούς» και – κυρίως – ποιους ως «εχθρούς του λαού» ή του «Κόμματος» ή της «δημοκρατίας» (τους) αν θέλετε. Το ίδιο είναι. Για αυτό τον λόγο οι «εχθροί» δεν θα έχουν θέση στις οθόνες τους, στα «πολυφωνικά» παράθυρά τους και στα πάνελ τους, ούτε καν στο αγνό «δημοκρατικό» τους στόμα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι «βάρβαροι» θα πρέπει να εμφανίζονται στις οθόνες και στα μάτια των μαζών μόνο ως «τέρατα». Κάθε λόγος τους ακόμα και «πετσοκομμένος» αποτελεί «παραλήρημα» και η παραμικρή πράξη τους συνιστά «πρόκληση». Κάθε εικόνα και αναφορά για «αυτούς», τους ακατονόμαστους, χρωματίζεται με αρνητικά χρώματα, με μειδίαμα, ειρωνεία και αποστροφή στο ύφος και το βλέμμα των «αντικειμενικών» δημοσιογράφων, ενώ απαιτείται η επανάληψη πανομοιότυπων κλισέ που θα «πείθουν» για μια ακόμη φορά τις τηλε-μάζες, ότι «αυτοί» είναι άξιοι μόνο για περιφρόνηση και μίσος. Και αν κάποιος μπορέσει, παρά τον καταιγισμό τέτοιας «αντικειμενικής ενημέρωσης», να ξεφύγει από αυτά τα συναισθήματα, μικρό το κακό. Ακόμη και η σιωπή του και η σιωπηλή συναίνεσή του κάνει μια χαρά την δουλειά της για το «Κόμμα».

ΠΗΓΗ

Loading...

Be the first to comment

Σχολιάστε

To e-mail σας δεν θα δημοσιευθεί